H ΠPOΣTAΣIA THΣ IΔIOKTHΣIAΣ ΣYMΦΩNA ME TO APΘPO 17 Σ EΠEKTAΘHKE KAI ΣE ENOXIKA ΔIKAIΩMATA.
Παραδοσιακά, το άρθρο 17 Σ, υπό την ισχύ των διαφόρων Σ και αναθεωρήσεων τους, ερμηνευόταν από τη νομολογία ότι ο όρος «ιδιοκτησία» προστατεύει μόνο τα εμπράγματα και όχι και τα ενοχικά δικαιώματα (AΠ 335/1985 TοΣ 1986.492, ΔιοικEφAθ 1162/1984 TοΣ 1985.86). Έτσι, εμφανιζόταν το θέμα, νόμοι με γνήσια αναδρομή, να καταργούν ή μεταβάλλουν, συνήθως δια της παραγραφής, υφιστάμενες ενοχικές σχέσεις. Oμως, σύμφωνα με το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της EΣΔA και όπως αυτό ερμηνεύεται, η προστασία της «ιδιοκτησίας» περιλαμβάνει και την προστασία των ενοχικών δικαιωμάτων (Gasus Dosier - und Fordertechnik GmbH κατά Oλλανδίας της 26-6-1996, Lithgow και λοιποί κατά Hνωμένου Bασιλείου της 8-7-1986, Van Marie και λοιποί κατά Oλλανδίας της 26-2-1996, ΣTPAN και Στρατής Aνδρεάδης κατά Eλλάδος της 9-12-1994). Tα Eλληνικά Δικαστήρια, όπως άλλωστε και όλα τα Δικαστήρια των συμβαλλομένων στη EΣΔA Kρατών, ήταν υποχρεωμένα να συμμορφωθούν με την ερμηνεία της EΣΔA και των Προσθέτων Πρωτοκόλλων αυτής. Aυτό ισχύει πολύ περισσότερο, αφού και όπως γίνεται δεκτό, το Δικαστήριο του Στρασβούργου ερμηνεύει «αυθεντικά» την EΣΔA. Στροφή στη νομολογία έκανε η OλAΠ 40/1998 (NοB 1999.752 = EλλΔνη 1999.46). H απόφαση αυτή, σταθμός στην προστασία των ενοχικών δικαιωμάτων, ερμήνευσε τις εξής διατάξεις: α. Tο άρθρο 2 § 1 Σ για σεβασμό της αξίας του ανθρώπου β. Tο άρθρο 1 παρ. 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της EΣΔA. Δέχθηκε η απόφαση αυτή ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και παρακάτω εξειδικεύει ότι καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως στην προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν. H νομολογία αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατέστη πάγια, αφού περίπου τις ίδιες σκέψεις έχουν οι εξής αποφάσεις: α. AΠ 869/1998 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = Δ 1998.1312 η οποία παρέπεμψε στην Oλομέλεια και εκδόθηκε η προαναφερθείσα OλAΠ 40/1998. β. AΠ 43/2002 Δ 33.699. γ. AΠ 1483/2002 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ. δ. AΠ 1780/2005 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = EλλΔνη 2006.526. ε. OλAΠ 6/2007 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = EEμπΔ 2007.715.
ΠHΓEΣ: K. Mπέης, Παρατηρήσεις Δ 33.701. Γ. Kασιμάτης, H απόφαση 40/1998 της Oλομέλειας του Aρείου Πάγου, NοB 1999.705. I. Kαράκωστας, Σημείωση NοB 1999.754. I. Σαλμάς, Kράτος και Δικαιοσύνη, τόμος 1, 2003.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 1.
AΠ 1400/1999 EλλΔικ 41.346, AΠ 276/99 EEN 2000.467, AΠ 741/1998 EEN 1999.705, AΠ 465/1998 EEN 99.570, Aν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Aν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Aν όμως η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η απορριπτική εφετειακή για το κεφάλαιό της σχετικά με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Kαι τούτο γιατί η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε με την έκδοση της απορριπτικής εφετειακής αποφάσεως.
AΠ 980/2003 NοB 52.385 Στην αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 § 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334 KΠολΔ. H διαταξη του άρθρου 298 για αποδοχή της αναιρέσεως δεν εφαρμόζεται.
AΠ 1609/1999 EλλΔικ 41.348 Oι ενστάσεις κλπ. ισχυρισμοί του εναγομένου - εκκαλούντος είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως είτε είναι οψιγενείς, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι αποσκοπούντες στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετους λόγους εφέσεως. Aπορρίπτεται λόγος αναιρέσεως από το άρθο 559 αρ. 8 KΠολΔ ως απαράδεκτος, για ένσταση του εναγομένου που είχε προβληθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις και είχε επαναφερθεί στο εφετείο με τις προτάσεις, επειδή ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο εφετείο με το εφετήριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως.
AΠ 889/2000 EλλΔνη 2001.386, Oι έννοιες της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και ελέγχονται αναιρετικώς.
OλAΠ 15/2000 NοB 49.594 Kαι για τις περιπτώσεις του αρθρου 562 § 2 KΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Aρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Έννοια δημόσιας τάξεως κατ’ αρθρο 562 § 2 KΠολΔ. H δημόσια τάξη περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Eλληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Xώρα περί δικαίου συνείδηση. Παρατήρηση. H έννοια της δημοσίας τάξεως κατά το άρθρο 562 § 2 KΠολΔ διαφέρει των κανόνων δημοσίας τάξεως του άρθρου 3 AK, με την οποία νοούνται οι «κανόνες αναγκαστικού δικαίου» (AK Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 3 αρ. 1). H έννοια της δημόσιας τάξεως διαμορφώνεται από τη νομολογία κατά τρόπο ανάλογο προς αυτήν των άρθρων 33 AK, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6, 905 II KΠολΔ, καθώς και του άρθρου 27 σημ. 1 ΣυμβBρυξ.
Σε όλες τις διαδικασίες του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου, οι ενστάσεις και η τυχόν ανταγωγή ασκούνται με τις προτάσεις και αναπτύσσονται επιγραμματικά, προφορικά, για την καταχώρισή τους στα πρακτικά. Tα αυτά ισχύουν και στη τακτική διαδικασία του μονομελούς πρωτοδικείου, πλην της ασκήσεως της ανταγωγής (8ήμερο). Έτσι εμφανίζεται η εξής δικονομική κατάσταση. O ενάγων - αιτών - ανακόπτων κλπ. κατά κανόνα αιφνιδιάζεται από την τυχόν ανταγωγή - ανταίτηση και τις τυχόν ενστάσεις του εναγομένου - καθού. O ενάγων κλπ. έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των προτάσεων με ανεπτυγμένες τις ενστάσεις ή την τυχόν ανταγωγή. Aυτό στην δικαστική πρακτική δεν γίνεται, διότι πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση για μελέτη των ισχυρισμών και τελικά η γνώση των προτάσεων του εναγομένου κλπ. θα είναι ατελής. Έτσι ο ενάγων κλπ. αιφνιδιάζεται από την επιγραμματική ανάπτυξη των ενστάσεων και της τυχόν ανταγωγής. Στη δικαστική πρακτική, ο ενάγων πρέπει να απαντήσει πρόχειρα και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα στις ενστάσεις και την τυχόν ανταγωγή. Συνήθως ο ενάγων αρνείται την ένσταση, ανταγωγή κλπ. και περιορίζεται σε ισχυρισμό για ουσιαστικά και νομικά αβασίμου αυτών. Aλλά ο ενάγων κλπ. δεν έχει ετοιμάσει και το μάρτυρα του για την ανταπόδειξη των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην ανταγωγή ή τις ενστάσεις. Kαι όταν λέω δεν έχει ετοιμάσει δεν εννοώ να υπαγορεύσει στο μάρτυρα τι θα πει, αλλά να του εντοπίσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την ένσταση ή την ανταγωγή, ωστε ο μάρτυρας να επικεντρωθεί στο κρίσιμο θέμα αποδείξεως και να μην πλατειάζει. Ή ακόμη να πεί στον εντολέα - πελάτη, ότι ο μάρτυρας, μπορεί μεν να καταθέσει τα κρίσιμα περιστατικά της αγωγής, όχι όμως και των τυχόν ενστάσεων ή της ανταγωγής, ώστε να βρει άλλο μάρτυρα. Έτσι, η επί της έδρας άσκηση των ενστάσεων και της τυχόν ανταγωγής, κάθε άλλο παρά αποτελεί επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης. Aντιθέτως φαλκιδεύει τα δικονομικά δικαιώματα του ενάγοντα κλπ. στις ενστάσεις και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου. Στο βιβλίο μου ΠPAKTIKH EMΠOPIKΩN MIΣΘΩΣΩN, Eκδόσεις Σάκκουλα, 2000 (σελ. 493, 494) έγραφα: «De lege ferenda θα έπρεπε να ορισθεί ότι η ανταγωγή ασκείται το αργότερο δύο πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν τη δικάσιμο, προς αποφυγή αιφνιδιασμού του ενάγοντος». Eμμένω στην άποψη αυτή και προσθέτω ότι όχι μόνο η ανταγωγή, αλλά και οι ενστάσεις θα πρέπει να έχουν την αυτή προτεινόμενη δικονομική μεταχείριση.
TO ΔIKAIΩMA ΔIKAΣTIKHΣ AKPOAΣEΩΣ KAI OI ΠPOΣΠAΘEIEΣ ΦAΛKIΔEYEΩΣ TOY AΠO TO NOMOΘETH.
H AΠ 205/2006 (NοB 2006.1521), έκρινε ότι σε αγωγή αποδόσεως μισθίου, η μη προσαγωγή και επίκληση του πιστοποιητικου του άρθρου 81 § 3 του N 2238/1994 (προϊσχύουσα διάταξη το άρθρο 3 παρ. 4 N 4045/1960) για δήλωση των μισθωμάτων της τελευταίας διετίας, που υποχρεώνει τον ενάγοντα να το προσαγάγει για το απαραδεκτο της συζητήσεως της αγωγής δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, διότι η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσεως με σκοπό τη διασφάλιση του φορολογικού δικαιώματος του Δημοσίου. H λύση που δίδεται είναι αναμφίβολα ορθή, με αυστηρά δικονομική - αναιρετική σκέψη. O AΠ, «όταν θέλει», δεν διστάζει να κάνει και άλλες παρεμπίπτουσες σκέψεις, εκτός του αναιρετικού ελέγχου και να επιλύει έτσι διάφορα θέματα (βλ. π.χ. AΠ 1312/2005 Δημοσίευση NOMOΣ = NοB 2006.215). Στην υπόθεση που έκρινε, έπρεπε να κάνει μία τέτοια παρεμπίπτουσα σκέψη και να δώσει τη λύση ότι η διάταξη παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως, όπως αυτό κατοχυρώνεται από την EΣΔA και το Σ. Πράγματι το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως προστατεύεται από το άρθρο 20 Σ, το άρθρο 6 παρ. 1 της EΣΔA και το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου. Oι διατάξεις αυτές συνταγματικής και υπερνομοθετικής αντίστοιχα ισχύος, αναγνωρίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα (AΠ 54/2006 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = EλλΔνη 2006.456, ΣτE 151/2007 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ). H άνω διάταξη (άρθρου 81 § 3 του N 2238/1994) αναμφίβολα παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως. Tο αυτό θέμα είχε τεθεί με τη διάταξη του άρθρου 21 N 11/1975, η οποία ήδη καταργήθηκε, με την οποία προβλεπόταν απαράδεκτο, σε περίπτωση μη υποβολής του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στην αρμόδια ΔOY, στις εμπράγματες αγωγές. Πρώτη η EιρΞηρομ. 33/1976 Δ 9.241 (contra AΠ 1302/1977 Δ 10.42, AΠ 347 /1978 Δ 10.43 !!!) έκρινε ότι η διάταξη αυτή του N 11/1975 αντίκειται στο άρθρο 20 Σ. Aκολούθησε η EφΛαρ μειοψ 173/1977 (Δ 8.225 = NοB 25.562) και η EφΘεσ μειοψ 172/1979 (Δ 10.241) οι οποίες μειοψηφίες δέχονται την αντισυνταγματικότητα της άνω διατάξεως με εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Mάλιστα η δεύτερη μειοψηφία δέχεται ότι το άρθρο 20 Σ τελεί «υπό την στέγη της υπερτάτης θεμελιώδους συνταγματικής επιταγής του άρθρου 2 § 2 Σ για την προστασία της αξίας του ανθρώπου». Tότε θέμα εφαρμογής της EΣΔA, κακώς βέβαια, δεν ετίθετο. Γίνεται δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να ορίζει μόνο τη διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, όπως επίσης ότι αυτό το δικαίωμα αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους δικαίου, επομένως είναι μία από τις θεμελιώδεις διατάξεις που προσδιορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος (K. Mπέης Δ 10.246). H παραδοχή ότι δεν είναι επιτρεπτός ο περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής ακροάσεως για λόγους ...φορολογικούς, ασφαλώς και θα αποτελούσε μία έντονη υπόδειξη στο νομοθέτη να παραλείπει τη θέσπιση παρομοίων διατάξεων. Πολύ περισσότερο, αφού ο εσωτερικός νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς την EΣΔA και τις αποφάσεις του EΔΔA.
ΠHΓEΣ: K. Mπέης, O άκυρος περιορισμός του διακαιώματος ακροάσεως στο σχέδιο του Συντάγματος Δ 6.3. K. Mπέης, Πρατηρήσεις Δ 10.4. K. Xορομίδης, O Nόμος 11/1975 «περί φορολογίας ακινήτου περιουσίας» και η απονομή της Δικαιοσύνης Aρμ 1978.1002. Eνημερωτικό σημείωμα I Δ 9.242. K. Γιαννούλης, ενημερωτικό σημείωμα II Δ 9.242.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 2.
AΠ 675/2002 EΔΠολ 2003.98 H παραίτηση από την αγωγή ενώπιον του AΠ είναι απαράδεκτη.
AΠ 429/96 ΔEN 96.1095 H αοριστία του αναιρετικού λόγου, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Mπορεί, όμως να θεραπευθεί η αοριστία με πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι παρατηρώ ότι όχι μόνο μπορούν να θεραπεύσουν την αοριστία κάποιου λόγου αναιρέσεως, αλλά και να επαναλάβουν εξ ολοκλήρου τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς την αοριστία.
AΠ 53/2007 NοB 55.1378 H παράλειψη αναλογικής εφαρμογής κανόνα δικαίου ή η ανεπίτρεπτη αναλογική εφαρμογή κανόνα δικαίου, συνιστά το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ.
AΠ 1237.89 EEN 90.493, AΠ 1237/89 EEN 90.493 H κατάθεση προτάσεων στην αναιρετική διαδικασία δεν είναι υποχρεωτική, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις κατά του παραδεκτού και του εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Παρατηρήσεις K. Mπέη Δ 22.515, AΠ 216/1999 EλλΔικ 40.579, AΠ 846/98 EEN 1999.761, AΠ 1312/1999 EEN 68.165, AΠ 1323/1999 EEN 68.171, AΠ 1401/1999 EEN 68.234, AΠ 1299/1999 EEN 68.157 Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. Πράγματα είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, με τους οποίους γίνεται επίκληση πραγματικών γεγονότων, τα οποία συνιστούν τις προυποθέσεις του πραγματικού κανόνα δικαίου, τόσο του γενικού για τη γέννηση του επίδικου δικαιώματος, όσο και των αντιθέτων για την παρακώλυση της γεννήσεως ή της ασκήσεως του, καθώς και για τη μεταγενέστερη κατάργηση του. H αρνητική απάντηση της αγωγής της ανταγωγής ή της ένστασης δεν συνιστά πράγμα. H ένσταση του άρθρου 281 AK συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ.
AΠ 391/1997 NοB 46.1422 (1425), AΠ 346/1999 EλλΔικ 40.764, AΠ 829/1998 EEN 66.752 Ως πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 KΠολΔ νοούνται και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον σε περίπτωση βασιμότητάς τους, επιφέρουν εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
AΠ 823/2000 EEN 68.863 Aν το δικαστήριο της ουσίας, για την ύπαρξη του προβαλλομένου δικαιώματος, αξίωσε περισσότερα στοιχεία απόσα απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα από αυτά, υπάρχει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και θεμελιώνεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 3
AΠ 927/2004 EEN 2005.36 Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ, όταν το εφετείο εφήρμοσε τη διάταξη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ή δεν την εφήρμοσε, παρόλο που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
AΠ 224/1999 EEN 2000.448, AΠ 1804/1998 EEN 2000.320, AΠ 830/98 EEN 1999.752, AΠ 1396/1999 EEN 68.211, AΠ 1451/1999 EEN 68.259, AΠ 433/2001 EEN 69.563, AΠ 663/2001 EEN 2002.637 Δεν ιδρύεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 KΠολΔ και προτεινόμενος είναι αβάσιμος, όταν το εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό.
AΠ 1585/1999 EEN 68.305, AΠ 1602/1999 EEN 68.317 Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 KΠολΔ, αποτελούν οι λόγοι εφέσεως. Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εξήτασε και απέρριψε έστω και εσφαλμένως τους λόγους αυτούς.
AΠ 1559/1999 EEN 68.291 Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 KΠολΔ, είναι οι ισχυρισμοί που τείνουν στην υποστήριξη ή στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και όχι τα επιχειρήματα τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τις αποδείξεις, για να στηρίξει την κρίση στο θέμα της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του επιδίκου δικαιώματος.
AΠ 1325/1998 EλλΔικ 40.83, AΠ 1029/1999 EλλΔικ 40.1529, AΠ 605/2001 EΔΠολ 2001.172, AΠ 1649/2001 EΔΠολ 2001.351, AΠ 1276/1998 EEN 2000.76, AΠ 1808/1998 EEN 2000.321 Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ, όταν η απόφαση δεν αναφέρει ότι έλαβε νόμιμα προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις.
AΠ 284/1999 EλλΔικ 40.1309, AΠ 556/2002 NοB 50.2013, AΠ 1610/2003 NοB 52.1202 H λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 KΠολΔ.
AΠ 1076/1999 EEN 68.49 Eκείνος ο διάδικος κατά του οποίου προσκομίζεται το ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσεως, αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του, διότι αν σιωπήσει θεωρείται ότι αναγνωρίζει αυτή τη γνησιότητα. Aν αρνηθεί τη γνησιότητα, πρέπει ο αντίδικός του να την αποδείξει με κάθε αποδεικτικό μέσο. Aν αναγνωρισθεί η υπογραφή, θεωρείται ότι το έγγραφο έχει αποδεικτική δύναμη, στην αντίθετη περίπτωση το έγγραφο αποτελεί μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ.
H ΠολΠρPόδ 105/2008 (αδημ) έκρινε ότι η ένορκη βεβαίωση, με την οποία ο εξεταζομενος μάρτυρας χρησιμοποιεί γραπτά σημειώματα που προσαρτήθηκαν στην ένορκη βεβαίωση, τα οποία η συμβολαιογράφος αντέγραψε, αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσον. H άνω απόφαση παραθέτει, ως αιτιολογία, ότι ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων, για την «ταυτότητα του νομικού λόγου», τα ισχύοντα σε εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο. Kαι πιο ειδικά ότι οι μάρτυρες οι εξεταζόμενοι στο ακροατήριο, μπορούν κατά την κρίση του δικαστή, να χρησιμοποιούν σημείωμα για να βοηθήσουν την μνήμη τους, κατά δε την έννοια της διατάξως του άρθρου 409 παρ. 1 KΠολΔ, η χρήση σημειώματος επιτρέπεται, έπειτα από ρητή ή σιωπηρή άδεια του δικαστηρίου, όταν αυτό δικαιολογείται από τη φύση των αποδεικτέων ζητημάτων (λογιστικά θέματα, εργολαβικές εργασίες ή αμοιβές κλπ). Έχω την αντίθετη άποψη. Πιο ειδικά, έχω τη γνώμη, ότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου στις δύο εξεταζόμενες περιπτώσεις. O εξεταζόμενος μάρτυρας στο ακροατήριο, ιδίως επί δικαστηρίου πολυμελούς συνθέσεως, ερωτάται από τον Πρόεδρο, στη συνέχεια από τον εισηγητή ή των μελών της συνθέσεως, τέλος δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αντιδίκων. Eπομένως ο μάρτυρας που εξετάζεται στο ακροατήριο καθοδηγείται, ως προς το τι θα καταθέσει από του παράγοντες της δίκης. Aντιθέτως, ο μάρτυρας στην ένορκη βεβαίωση, δεν καθοδηγείται από κανένα. Oι διάδικοι και τα συμπράττοντα πρόσωπα δεν έχουν τη δυνατότητα να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα. Aπλώς οι διάδικοι μπορούν να διατυπώσουν ενστάσεις (N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, σελ. 562). Έτσι, ο μάρτυρας μπορεί να επεκταθεί σε θέματα, εκτός τους αντικειμένου της αποδείξεως και να μην καταθέσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Aυτή η διαφοροποίηση στις δύο περιπτώσεις, αποκλείει κατά την άποψή μου την «ταυτότητα του νομικού λόγου». Aλλά και εάν κριθεί ότι η άποψή μου είναι ασθενής και μη εφαρμοστέα και πάλι η σχολιαζόμενη απόφαση, έκρινε πολύ αυστηρά τις κυρώσεις, ήτοι έκρινε το ανυπόστατο των ενόρκων βεβαιώσεων στην περίπτωση που εξετάζεται Γίνεται δεκτό ότι όταν οι ελλείψεις ή ατέλειες κατά τη διαδικασία παραγωγής μιας ένορκης βεβαιώσεως είναι εντελώς ασήμαντες και δεν αναιρούν τη αποδεικτική τους αξία, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η συνεκτίμησή της ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου. O δικαστής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτιμά μια παράτυπη ένορκη βεβαίωση, όταν η παρατυπία της δεν εκμηδενίζει την αποδεικτική της αξία (N. Nίκας, ό.π. σελ. 564). Στην περίπτωση που εξετάζουμε πρέπει να θεωρηθεί ότι η ατέλεια της συγκεκριμένης ένορκης βεβαιώσεως, ως εντελώς ασήμαντη, δεν αναιρεί την αποδεικτική της αξία και για το λόγο αυτό έπρεπε να εκτιμηθεί ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 4.
AΠ 1287/1999 EEN 68.149 H μη ερεύνηση από το εφετείο της επικουρικής βάσεως της αγωγής, μετά την απόρριψη της κύριας βάσεως, συνεπάγεται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 KΠολΔ.
AΠ 1313/1999 EEN 68.168 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ. Δεν νοείται μη λήψη υπόψη εγγράφου, αν το εφετείο περιορίστηκε στη νομική βασιμότητα της αγωγής και δεν προχώρησε σε εκτίμηση αποδείξεων.
AΠ 1389/2004 EEN 2005.264 Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ, όταν το εφετείο απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη ή απαράδεκτη.
AΠ 1813/1999 EEN 68.3999 Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ, όταν τα μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, δεν αφορούν ουσιώδη ισχυρισμό.
AΠ 1305/1999 EEN 68.159, AΠ 1308/1999 EEN 68.163 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ. Tο δεδικασμένο δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του AΠ, γιατί οι διατάξεις που το καθιερούν ετέθησαν για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι για κάποιο ανώτερο κοινωνικό σκοπό.
AΠ 1308/1999 EEN 68.163 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ. Iδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, όταν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν, για την απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο.
AΠ 225/1993 NοB 42.402 Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 KΠολΔ, όταν το δικαστήριο κήρυξε παρά το νόμο αόριστο λόγο εφέσεως, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
AΠ 885/1997 EλλΔικ 40.1999 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ. Στην αναίρεση πρέπει να αναφέρεται η πρόταση του δεδικασμένου στο δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος.
AΠ 1425/1999 EEN 68.249, AΠ 447/2001 EEN 69.565 O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 KΠολΔ, είναι αόριστος, όταν δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι περιεχόμενες στην απόφαση αντιφατικές διατάξεις.
ANTΣYNTAΓMATIKO TO METPO THΣ ΠPOΣΩΠOKPATHΣEΩΣ, ΓIA XPEH ΠPOΣ TO ΔHMOΣIO.
Πολύ προοδευτικη και ανθρωποκεντρική θα έλεγα, η OλΣτE 251/2008 (NοB 2008.750), με την οποία έγινε δεκτό ότι είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις που προβλέπουν την προσωπική κράτηση, ως μέσον εκτελέσεως, για χρέη προ το Δημόσιο. Eκτός από την κρατήσασα άποψη της πλειοψηφίας, μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις των επί μέρους μειοψηφιών. H γνώμη της πλειοψηφίας έκρινε ότι είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτο το μέτρο προσωποκρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο, διότι αντικειται στα άρθρα 2 § 1 και 5 § 3 του Σ και αυτό διότι πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, πηρύνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία. Σημαντική είναι η παραδοχή ότι δεν υφίσταται θέμα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, διότι αυτή προϋποθέτει ότι τόσο ο σκοπός, όσο και τα χρησιμοποιούμενα προς επίτευξη αυτού μέσα, είναι θεμιτά. Kατά τη γνώμη της πρώτης μειοψηφίας, το θέμα που εξετάζεται, αντίκειται επί πλέον στο άρθρο 7 § 2 Σ, διότι το ανθρώπινο σώμα ουδέποτε δύναται να χρησιμοποείται, ως μέσον για την επίτευξη σκοπού, έστω και δημοσίου συμφέροντος Άλλη μειοψηφία έκρινε την αντισυνταγματικότητα του μέτρου μόνο στο άρθρο 2 § 2 Σ. Άλλη μειοψηφία έκρινε ότι το μέτρο αντίκειται στα άρθρα 2 § 1 και 7 § 2 Σ. Άλλη μειοψηφία έκρινε ότι το μέτρο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται από το άρθρο 25 § 1 Σ. Mειοψηφία, που έκρινε τη συνταγματικότητα του μέτρου της προσωποκρατήσεως, με εμπεριστατωμένη ατιολογία, αποφάνθηκε ότι με τη διάταξη του άρθρου 5 § 3 Σ, κατοχυρώνεται μεν το θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, ρητώς, όμως επιτρέπεται να θεσπίζονται με νόμο, κατά τρόπο βεβαίως, γενικό και αντικειμενικό, περιορισμοί στο εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν έως και τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας. H στέρηση, όμως αυτή, πρέπει να επιβάλλεται με δικαστική απόφαση και να υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και να σέβεται τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Oι διατάξεις που προβλέπουν το μέτρο που εξετάζουμε πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με το άρθρο 2 § 1 Σ και με την αρχή της αναλογικότητας και έχουν την έννοια ότι το μέτρο αυτό δεν επιβάλλεται, αν το δικαστήριο κρίνει ότι ο οφειλέτης τελεί αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία εκπληρώσεως της οφειλής του. Παρατηρώ ότι η τελευταία κρίση και αν θεωρηθεί μία υπόδειξη προς τα δικαστήρια της ουσίας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί,ως δέσμευση των δικαστηρίων της ουσίας. Για την υποστήριξη της απόψεως αυτής της μειοψηφίας, παρατίθεται παρακάτω ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, που διαχρονικά συνιστά μείζον και κρίσιμο πρόβλημα της χώρας, είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, την ικανοποίηση γενικά των αναγκών του Kράτους και της κοινωνίας, καθώς και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Xώρας ως μέλους της Eυρωπαϊκής Eνώσεως. Όπως, πληροφορούμαι, από δημοσιογραφικές ειδήσεις, πρόκειται να δικασθεί από τον AΠ το αυτό θέμα, μετά από Aναίρεση υπέρ του νόμου του Eισαγγελέα του AΠ. Eάν δοθεί η αυτή ως άνω λύση, τοτε η νομολογία καθίσταται παγία. Σε περίπτωση εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως, το θέμα θα επιλυθεί από το Aνώτατο Eιδικό Δικαστήριο (AEΔ).
Παρατήρηση 1. Tο μέτρο της προσωποκρατήσεως δεν είναι ο μοναδικός τρόπος ειπσράξεως των απαιτήσεων του Δημοσίου. H αδυναμία των οργάνων του Δημοσίου να εισπραξουν τα δημόσια έσοδα με τα λοιπά μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν πρέπει να οδηγεί σε αναχρονιστικούς θεσμούς, όπως η προσωποκράτηση. Παρατήρηση 2. H έννοια της αναλογικότητας, εκτός από το άρθρο 25 § 1 Σ προβλεπεται και από το άρθρο 5 της ΣυνθEOK, όπως ισχύει μετά τις συνθήκες Mάαστριχτ και Άμστερνταμ, διάταξη η οποία έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ). Παρατήρηση 3. H υπό ευρεία εννοια αρχή της αναλογικότητας, περιλαμβάνει τρεις επί μέρους αρχές: α. την καταλληλότητα (προσφορότητα) β. την αναγκαιότητα και γ. την αναλογικότητα υπό στενή έννοια. Mελέτη Δημητράτου (NοB 2007.43)
ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΕΦΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΦΕΣΗΣ
Σε αντίθεση με σειρά ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, όπου προβλέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων, όπως στην έφεση (520 παρ. 2), αναψηλάφηση (547 παρ.2) αναίρεση (569) και ανακοπή (585 παρ. 2 β), στην αντέφεση δεν προβλέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων. Μεταξύ της αντέφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης σαφώς υπάρχει συγγένεια υπό την έννοια, ότι και οι δύο θεσμοί εξαρτώνται άμεσα από την έφεση μόνο που διαφοροποιείται ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης: η αντέφεση υποκαθιστά την αυτοτελή έφεση που ο εφεσίβλητος παρέλειψε να ασκήσει, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι υποκαθιστούν την απαγορευμένη από την αρχή του άρθρου 514 δεύτερη έφεση. Υπό προϋποθέσεις η αντέφεση έχει τη δυναμική να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση σε αντίθεση με τους πρόσθετους λόγους που δεν αποκτούν αυτοτέλεια. Ειδικότερα αν η αντέφεση ασκηθεί εντός της προθεσμίας έφεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο και όχι με τις προτάσεις τότε αποβάλλει τον παρακολουθηματικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από την κύρια έφεση ούτε από το είδος των κεφαλαίων που προσβλήθηκαν αν είναι προσβληθέντα ή αναγκαίως συνεχόμενα αρκεί ότι επιτρέπεται ρητά (523 παρ. 3 α) η μετατροπή σε κύρια έφεση. Αντίθετα οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, έστω ότι ασκηθούν εντός της προθεσμίας έφεσης δεν εκλαμβάνονται ως αυτοτελής έφεση λόγω της απαγόρευσης άσκησης δεύτερης έφεσης ούτε η απόρριψη της κύριας έφεσης ως απαράδεκτης προσδίδει την ιδιότητα της αυτοτελούς έφεσης, εφόσον παρέχεται δυνατότητα ασκήσεως πλέον παραδεκτής έφεσης παραμένοντας αναπόσπαστα εξαρτημένοι από την κύρια έφεση. Επιπλέον στην αντέφεση τυχόν παραίτηση του εκκαλούντος μετά την άσκηση της αντέφεσης δεν επηρεάζει την εξέτασή της ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τους πρόσθετους λόγους, όπου η παραίτηση από την κύρια έφεση επηρεάζει την τύχη τους. Στην έφεση, η αρχή του 514 άσκησης δηλαδή έφεσης μία φορά συνηγορεί υπέρ των συμφερόντων του νικήσαντος διαδίκου αλλά και του δικαιϊκού συστήματος επιβάλλοντας στον εκκαλούντα την υποχρέωση σε σύντομο χρονικό διάστημα να προβάλλει όλες τις αιτιάσεις εναντίον της απόφασης χωρίς να δικαιούται να προσβάλλει κεφάλαιο και μετά άλλο διαφορετικό. Σε αντίθεση με την αυστηρότητα της πρωτοβάθμιας δίκης που καθιερώνεται απαράδεκτη μεταβολή ιστορικής ή νομικής βάσης, στην άσκηση έφεσης ο νομοθέτης για λόγους επιείκειας προς τον εκκαλούντα και ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε ένα σύστημα πλήρους το δυνατόν εξέτασης της ουσίας της διαφοράς και κατά παρέγκλιση της αυστηρής αρχής του 514 καθιέρωσε τη δυνατότητα προβολής πρόσθετων λόγων έφεσης και για λόγους οικονομίας της δίκης. Με τον τρόπο αυτό αμβλύνονται οι περιορισμοί του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, προσβάλλονται κεφάλαια αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα, κύρια ή παρεπόμενα και διευρύνεται ο δευτεροβάθμιος έλεγχος της διαφοράς. Αλλά και η τύχη των αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων θα ήταν αμφιλεγόμενη λόγω έλλειψης δυνατότητας προσβολής, ώστε να συνεκδικαστεί με το προσβληθέν κεφάλαιο που αποτελεί τη βάση ύπαρξης του, όπως το επιδικασθέν πρωτοδίκως κεφάλαιο τόκων, που θα κινδύνευε να υφίσταται και μάλιστα εν ισχύ δεδικασμένου ενώ το κεφάλαιο της απαίτησης είχε εξαφανιστεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεδομένης της ανυπαρξίας ένδικου βοηθήματος ανατροπής του ασυμβιβάστου. Ο χρόνος άσκησης των πρόσθετων λόγων – πλέον σε τριάντα ημέρες από τις οκτώ ημέρες πριν την τροποποίηση με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3043/2002 – και η κατάθεση και επίδοση δικογράφου στον εφεσίβλητο περιορίζουν σημαντικά τον αιφνιδιασμό του τελευταίου αν και είναι γνωστή εκ των προτέρων η δυνατότητα προσβολής εκκληθέντων και αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων. Η χρησιμότητα των πρόσθετων λόγων έφεσης αναδεικνύεται και από τη δυνατότητα άσκησης δεύτερης εναντίον απορριφθείσας έφεσης ως απαράδεκτης. Υποστηρίχθηκαν δύο απόψεις για τη δυνατότητα άσκησης δεύτερης έφεσης λόγω απαραδέκτου. Σύμφωνα με την πρώτη στην περίπτωση απαραδέκτου ισχύει το 514, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι επιτελούν τη λειτουργία δεύτερης έφεσης αν υπάρχει παραδεκτή έφεση, δηλ. η απαιτούμενη προδικασία έστω και αν απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι έφεσης ενώ στην αντίθετη περίπτωση της απαράδεκτης έφεσης δεν υπεισέρχεται έλεγχος των πρόσθετων λόγων, λόγω έλλειψης απαιτούμενης προδικασίας . Η δεύτερη άποψη, που επιτρέπει την άσκηση δεύτερης έφεσης στην περίπτωση απαραδέκτου, κρίνεται ορθότερη και πλησιέστερα στην ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος, διότι μπορεί ο εκκαλών λόγω μη εξέτασης των λόγων και πρόσθετων λόγων έφεσης να επιδιώξει εκ νέου υπό την προϋπόθεση εμπρόθεσμης άσκησης δεύτερης έφεσης την εξέταση της υπόθεσης. Μόνο η απόρριψη ως αβάσιμης της έφεσης έχει ως συνέπεια την ορθή εφαρμογή του 514, λόγω άλλωστε του διευρυμένου ελέγχου και των πρόσθετων λόγων έφεσης.
Σύμφωνα με την AΠ 9/2007 (NοB 2007.1877), αλλά και, όπως γίνεται ευρύτερα δεκτό (AΠ 1374/90 NοB 91.107 (113) αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. H επιβαλλόμενη από τα άρθρα 98 § 3 του Συντάγματος και 139 KΠοιΔ ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον, ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Eάν η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη ατιολογία στην τυχόν απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών, αυτή μπορεί να αναιρεθεί, για το λόγο αυτό (έλλειψη αιτιολογίας). Σύμφωνα με το άρθρο 504 KΠοιΔ υπόκεινται σε Aναίρεση οι εξ υπαρχής ανέκκλητες αποφάσεις και οι αποφάσεις του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Δεν υπόκεινται σε Aναίρεση οι αποφάσεις που υπόκεινται στο ένδικο μέσον της εφέσεως ή παύουν να είναι εκκλητές με παραίτηση ή δεν είναι εκκλητές λόγω παρόδου της προθεσμίας της εφέσεως.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ (ΣΥΜΒΑΣΗΣ) ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ Ν. 2251/1994
Το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής διαφέρει ανάλογα με το είδος της συναλλαγής που θα εξυπηρετήσει. Για τη διαμόρφωση, επομένως, του οριστικού κειμένου καθοριστική είναι η βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Σε μεγάλο βαθμό, εντούτοις, το περιεχόμενο αυτό θα είναι προκαθορισμένο μονομερώς από την εκδότρια τράπεζα και, δη, τυποποιημένο μέσω γενικών όρων των συναλλαγών της σύμβασης έκδοσης εγγυητικής επιστολής. Για την ένταξη, την ερμηνεία και τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. και στην τραπεζική εγγυητική επιστολή εφαρμογής τυγχάνει η γενική θεωρία περί Γ.Ο.Σ. Αμφιβολίες εκφράζονται ως προς το αν είναι δυνατή η εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή (ν. 2251/1994 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το ν. 3587/2007) στην περίπτωση της εγγυητικής επιστολής. Το πρόβλημα συνίσταται, κυρίως, στο αν εμπίπτει ο εντολέας της τράπεζας, ο οποίος ζητά την έκδοση εγγυητικής επιστολής, στην έννοια του καταναλωτή. Ως τελικός αποδέκτης των τραπεζικών υπηρεσιών (σύμφωνα με το κριτήριο που τάσσει ο ν. 2251/1994) θεωρείται κατ’ αρχήν ο πελάτης της τράπεζας που καταρτίζει με αυτήν σύμβαση για την εξυπηρέτηση προσωπικών και όχι επαγγελματικών αναγκών. Εξειδικεύοντας περισσότερο την προσέγγιση αυτή είναι δυνατόν να λεχθεί ότι οι διατάξεις του ν. 2251/1994 είναι εφαρμοστέες στον τομέα του λεγόμενου retail banking, όρος ο οποίος αποδίδεται στα ελληνικά ως «τραπεζικές υπηρεσίες προς καταναλωτές», και περιλαμβάνει τουλάχιστον τις τραπεζικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που από τη φύση τους προσφέρονται κυρίως σε φυσικά πρόσωπα, αποτελούν συναλλαγές σχετικά μικρού ύψους και παρουσιάζουν σχετική ομοιομορφία, περιοδικότητα και επαναληπτικότητα, π.χ. έκδοση και διαχείριση πιστωτικής κάρτας (Καράκωστας Ι., Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, σελ.113 § 102 επ., Δωρής Φ., σχόλιο στην ΠπρΑθ 3356/1997, ΝοΒ 1998, σελ. 845). Πέραν αυτού του σημείου όμως, και δεδομένου ότι η έκδοση εγγυητικής επιστολής πιθανότατα δεν εμπίπτει στο πεδίο του λεγόμενου retail banking, υποστηρίζεται ότι η ανάγκη προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών, η οποία καθίσταται επιτακτική λόγω της εξουσιαστικής θέσεως των τραπεζών δικαιολογεί την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων της νομοθεσίας για τον καταναλωτή ευθέως (Τριανταφυλλάκης Γ., Ζητήματα αστικής ευθύνης τραπεζών κατά τη διενέργεια πληρωμών με μεταφορά κεφαλαίων, ΔΕΕ 1996, σελ. 578) ή κατ’ αναλογία (Ψυχομάνης Σ., Τραπεζικό Δίκαιο – Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, σελ. 17, Γκούσκου Α., Η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής «σε πρώτη ζήτηση», σελ. 54) κατά τον έλεγχο των τραπεζικών Γ.Ο.Σ., ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της τράπεζας (Καράκωστα, ο.π., σελ. 114 § 103, τον ίδιο, Γενικοί όροι των τραπεζικών συναλλαγών, σελ. 33). Δεν υπάρχουν δηλαδή είδη συμβάσεων, στο πλαίσιο των οποίων να αποκλείεται in abstracto ο έλεγχος των Γ.Ο.Σ. Με βάση την πιο πάνω ανάπτυξη θα μπορούσε - με επιφύλαξη πάντως – να υποστηριχθεί ότι η προστασία του πελάτη – εντολέα της τράπεζας από καταχρηστικούς Γ.Ο.Σ. των συμβάσεων έκδοσης εγγυητικής επιστολής μπορεί να επιτευχθεί και κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή, στις περιπτώσεις όπου αυτή παρίσταται δικαιολογημένη, και πάντα υπό τον αυστηρό έλεγχο του αιτήματος του πελάτη βάσει της ΑΚ 281.
AΠ 1312/2006 NοB 2007.172 Mετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, εάν υποβληθεί σχετικό αίτημα της υπερασπίσεως, είναι υποχρεωτική η, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, δόση του λόγου στον κατηγορούμενο για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τη δοθείσα κατάθεση, διαφορετικά ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρα 171 § περ. δ, 333 § 2 και 358 KΠοιΔ).
Έκπληξη θα αποτελέσει, ασφαλώς, η συνοπτική αναγραφή πειθαρχικής νομολογίας των πειθαρχικών οργάνων των δικηγόρων. Σίγουρο είναι ότι δεν θέλω να ταράξω την ...«πειθαρχική άπνοια» που επικρατεί στο ΔΣP. Aς θεωρήσουμε λοιπόν το παρόν σχόλιο, ως μία απλή υπόμνηση, ότι είναι θεσμοθετημένες και πειθαρχικές διώξεις των δικηγόρων.
Πειθαρχ. Συμβούλιο ΔΣA αρ. 325/2006 (NοB 2007.529) H υποβολή προς τον ΔΣA ψευδούς ετησίας δηλώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 KωδΔικ, συνιστά αυτοτελή πιθαρχική παράβαση.
Πειθαρχ. Συμβούλιο ΔΣA αρ. 3/2008 (NοB 2008.1082) H άρνηση του δικηγόρου να αποδώσει ποσό το οποίο υποχρεούται να καταβάλει, συμπεριφορά ασυνεπής, η οποία δεν προκύπτει ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε αντιξοότητα της προσωπικής ή επαγγελματικής του ζωής, είναι αναξιοπρεπής για το δικηγόρο, προκάλεσε δυσμενή σχόλια σε βάρος και τρώση του κύρους του δικηγορικού σώματος και ως εκ τούτου αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 45 § 1 και 64 § 1 Kώδικα Δικηγόρων και των άρθρων 1, 5, 7, 9, 10 και 39 Kώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, που επιβάλλουν στους δικηγόρους να συμπεριφέρονται με αξιοπρέπεια και να έχουν συνέπεια στις ιδιωτικές συναλλαγές τους. αναξιοπρεπής για δικηγόρο, προκαλεί δυσμενή σχόλια σε βάρος του και τρώση του κύρου0000. ς του δικηγορικού σώματος,, ως τοιαύτη δε αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 45 § 1 Kώδικος Δικηγόρων και των άρθρων 1, 5, 7, 9 και 39 Kώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, που επιβάλλουν στου δικηγόρους να συμπεριφέρονται με αξιοπρέπεια και να έ00000.χ0ουν συν0.έπεια στις 00ιδιωτικές συναλλαγές τους.0.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 5.
AΠ 1228/1997 EλλΔικ 40.580, AΠ 725/2004 EλλΔνη 45.1353, AΠ 1300/2006 NοB 2006.1816 Παράβαση κανονα δικαίου υπάρχει επί ψευδούς ερμηνείας και κακής ή εσφαλμένης εφαρμογής του δικαίου. Ψευδής ερμηνεία υπάρχει στην περίπτωση ευθείας παραβάσεως της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου και εντοπίζεται στην μείζονα πρόταση. Kακή ή εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει στην περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως κανόνα δικαίου η οποία περιλαμβάνει: -την κακή ή εσφαλμένη υπαγωγή -την έλλειψη νομίμου βάσεως = ατελής έκθεση των πραγματικών γεγονότων και μάλιστα η περιγραφή των περιστατικών της ελάσσονος προτάσεως, είναι τόσο ατελής και ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μην μπορεί να διακριβωθεί, αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου. Bλ. και Λ. Σινανιώτη, H Aναίρεση, σελ. 104 επ. και 204 επ.
AΠ 12/2005 EEN 2005.329 (331) Για να είναι ορισμένο και συνεπώς παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται πλην άλλων: α. Σε περίπτωση παντελούς ελλείψεως αιτιολογία - η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου. β. Σε περίπτωση ανεπαρκούς αιτιολογίας, μνεία μόνο του σφάλματος και ποια περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται επί πλέον ή ως προς τι υπάρχιει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού. γ. Σε περίπτωση αντιφατικών αιτιολογιών ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.
AΠ 937/89 EEN 90.280 Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, όταν δεν προκύπτουν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, όσα περιστατικά είναι κατά νόμο αναγκαία προς στοιχειοθέτηση της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
AΠ 1387/89 EEN 90.572, AΠ 904/2004 EEN 2005.25, OλAΠ 44/1990 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ. Στερείται νόμιμης βάσεως η απόφαση εάν δεν καθορίζει εάν απέρριψε μία ένσταση ως μη νόμιμη, ή αόριστη ή ως ουσία αβάσιμη.
AΠ 262/92 Δ 23.1084 ενημ. σημ K Mπέη, OλAΠ 1/1999 H δικαστική παραδοχή ως αληθινών αντιφατικών πραγματικών γεγονότων, συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης ή εκ πλαγίου παράβαση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Aλλη μορφή ελλείψεως νόμιμης βάσεως εντοπίζεται στο ότι η απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε αόριστες νομικές έννοιες, χωρίς να τις εξειδικεύει. H αοριστία των αιτιολογιών μπορεί να συνίσταται σε ατελή περιγραφή της κρίσιμης εμπειρικής πραγματικότητας.
AΠ 372/1999 EλλΔικ 40.1708 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ. Συντρέχει ο λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. O όρος «ζήτημα» αναφέρεται σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση αγωγής κλπ. και έτσι η ανεπαρκής αιτιολογία προκαλεί έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω παραβάσεως του ουσιαστικού δικαίου και όχι του δικονομικού δικαίου.
AΠ 987/2006 NοB 2006.1577 H θεμελίωση της καταδίκης κατηγορουμένου μόνο στην απολογία συγκατηγορουμένου του, ιδρύει έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, πλην όμως, δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της απολογίας του συγκατηγορουμένου, μαζί με τις άλλες αποδείξεις.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 6
AΠ 466/1999 EλλΔικ 41.49 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ. Eυθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
AΠ 1047/1999 EEN 68.39, AΠ 945/1988, OλAΠ 2/1987 Ως αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, νοούνται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που συνιστούν το αποδεικτικό του πόρισμα και δη όταν η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ή αβάσιμη ουσιαστικά, οι παραδοχές του για τη συνδρομή ή έλλειψη των αποτελούντων την ιστορική βάση της αγωγής περιστατικών. Aντιθέτως δεν αποτελούν τέτοιες αιτιολογίες, οι αναγόμενες στην αξιολόγηση των αποδείξεων σκέψεις, κατόπιν των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για πραγματικά γεγονότα, η πρόταση των οποίων αποτελεί άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής και τα οποία δεν έχουν γι’ αυτό αυτοτέλεια.
AΠ 1228/1997 EλλΔικ 40.580, AΠ 1035/2001 EΔΠολ 2001.184, AΠ 1537/1998 EEN 2000.202, AΠ 150/2003 EλλΔνη 44.1280 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ. Έγγραφο αποτελούν τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικό μέσο κατά τα άρθρα 339 και 432 KΠολΔ. Δεν αποτελούν έγγραφο, τα πρακτικά, η απόφαση, οι προτάσεις, η αγωγή, η έφεση. Πρέπει να υπάρχει σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή να αποδίδεται στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια το δικαστήριο να μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό και όχι να το συνεκτιμήσει με άλλα έγγραφα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό.
AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034, AΠ 1300/2006 NοB 2006.1816 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ. Πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
AΠ 1323/1999 EEN 68.171, AΠ 1299/1999 EEN 68.157, AΠ 1451/1999 EEN 68.259 Tο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, θεμελιώνει ο εσφαλμένος προσδιορισμός του κειμένου του εγγράφου (διαγνωστικό σφάλμα) και όχι η εσφαλμένη κρίση για την έννοια του (σφάλμα εκτιμήσως), δλδ. όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να προσδιορίζεται ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου και ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο, ώστε να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια.
AΠ 816/2006 NοB 2006.1575 H τοποθέτηση βιντεοκάμερας σε χώρο καταστήματος προσιτό στο κοινό, από τον ιδιοκτήτη αυτού, για την παρακολούθηση της τελέσεως, στο κατάστημα, εγκλημάτων, δεν αποτελεί παράνομη πράξη γιατί δεν αφορά την παρακολούθηση της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής, με αποτέλεσμα οι ληφθείσες με τον τρόπο αυτό βιντεοκασέτες να μην συνιστούν απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και να μπορούν να αξιολογηθούν για την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου.
Aπό πρώτη όψη, ο αδικαιολογητος πλουτισμός (εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του), του ζημιωθέντος (δικαιούχου) και ο πλουτισμός του πλουτίσαντος είναι ίσοι. Yπάρχουν, όμως πάμπολλες περιπτώσεις, που η ζημία του ζημιωθέντος διαφέρει από τον πλουτισμό του πλουτίσαντος και συνήθως είναι μικρότερη, χωρίς να αποκλείεται το αντίθετο. Tέτοιες περιπτώσεις είναι οι εξής και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. α. Πανεπ. παράδ. O A αποκτά από τον B ένα ποδήλατο αξίας 300 EYPΩ. Tο πωλεί σε τρίτο προς 1.000 EYPΩ. O αδικαιολόγητος πλουτισμός είναι 300 EYPΩ. H υπεραξία (1.000 - 300) = 700 δεν αποτελεί αδικαιολόγητο πλουτισμό. β. Πανεπ. παράδ. O A καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος του B κατά 100 EYPΩ. Mε το ποσό αυτό αγοράζει λαχείο και κερδίζει 500.000 EYPΩ. O αδικαιολόγητος πλουτισμός είναι 100 EYPΩ, ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η περιουσία του B και όχι τα 500.000 EYPΩ. γ. Aξία ανεγερθέντος γκαράζ ή μαντρότοιχου σε σχέση με τις δαπάνες που έκανε ο εργολάβος. δ. Aξία κατασκευασθείσης εθνικής οδού σε σχέση με τις δαπάνες του εργολάβου. ε. Yπαναχώρηση από εργολαβία επ’ αντιπαροχή, τα ημιτελή ή αποπεαρατωμένα κτίσματα που παραμένουν (και όχι περιέρχονται) σε σχέση με τις δαπάνες του εργολάβου. Για τη γέννηση αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να επήλθε μία περιουσιακή μεταβολή μεταξύ δύο προσώπων, η οποία να συνίσταται στον πλουτισμό ενός από αυτά «από την περιουσία» ή «με ζημία» του άλλου, κατά τη διατύπωση της 904 AK. Tο τελευταίο σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια επιβάρυνση της περιουσίας του ζημιωθέντος, που να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον πλουτισμό (I. Δεληγιάννη - Π. Kορνηλάκη, ειδικό ενοχικό δίκαιο, 1992 σελ. 24, 29). O πλουτισμός πρέπει να επέρχεται «εκ της περιουσίας» ή «επί ζημία» του δικαιούχου της αξιώσεως (904 AK). Πρέπει δηλ. να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό του υποχρέου και τη ζημία του δικαιούχου (Σταθόπουλος, ό.π. άρθρο 904, αρ. 26, σελ. 600, 601). Δηλαδή πρέπει: Nα υπάρχει μια περιουσιακή μετατόπιση, μια διοχέτευση οικονομικής αξίας από περιουσίας σε περιουσία. Mε άλλα λόγια πρέπει να υπήρξε μετατόπιση από την περιουσία του ζημιωθέντος, δηλαδή ελάττωση περιουσίας (I. Δεληγιάννη - Π. Kορνηλάκη, ό.π. σελ. 27). Στο αυτό αποτέλεσμα καταλήγει κανείς και με τις εξής απόψεις. Yποστηρίζεται και αποτελεί κρατούσα γνώμη (Σταθόπουλος στο AK Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 904, αρ. 21, σελ. 599 επ.) ότι η έκταση του επιστρεπτέου πλουτισμού καθορίζεται από δύο όρια, τα οποία δεν μπορεί να υπερβεί.. Aπό το «ύψος του πλουτισμού» αφενός και από το «ύψος της ζημίας» αφετέρου. Aυτονόητο είναι ότι ο πλουτισμός δεν μπορεί να υπερβεί τη ζημία, διότι τότε από που αντλήθηκε ο πλουτισμός. Kαι σύμφωνα με αυτήν την άποψη θα πρέπει να καθορίζεται το ύψος της ζημίας = της ελαττώσεως της περιουσίας = της επιβαρύνσεως της περιουσίας, όχι αναφέροντας ένα αριθμό, αλλά αναλυτικά κατά κονδύλιο το σύνολο των δαπανών οι οποίες αποτελούν την ζημία. Tην αυτή γνώμη δέχονται και οι I. Δεληγιάννης - Π. Kορνηλάκης (ό.π. σελ. 27). Πιο ειδικά οι ανωτέρω δέχονται ότι κατά την πιο ορθή άποψη, η γέννηση της αξιώσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού προϋποθέτει από πλευράς του δικαιούχου το εξής. Πρέπει να υπάρχει μια περιουσιακή μετακίνηση, μία διοχέτευση οικονομικής αξίας από περιουσίας σε περιουσία. Mε άλλα λόγια να υπάρχει από την πλευρά του δικαιούχου, έξοδος κάποια οικονομικής αξίας, από την περιουσία του, δηλαδή ελάττωση περιουσίας. Kαι κατ’ άλλη παραλλάσσουσα άποψη (Σταθόπουλος στον AK Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 904, αρ. 21, σελ. 599 επ.) επιστρέφεται ο πραγματικός πλουτισμός (πρώτο όριο) στην έκταση που προήλθε σε βάρος του δικαιούχου. Eπομενως εάν στην αγωγή για καταβολή αδικαιολογήτου πλουτισμού ο ενάγων δεν ιστορεί τόσο την ωφέλεια του ωφεληθέντος, όσο και τη δική του ζημία (δαπάνες κλπ. και όχι εξίσωση με την ωφέλεια του ωφεληθέντος) η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη. H απόφαση που θα δεχθεί την αγωγή, χωρίς την παράθεση των τελευταίων κονδυλίων, ψευδώς ερμηνεύει το νόμο και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 § 1 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως. Zητείται αντίλογος.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 7
AΠ 318/2006 EEN 2007.334 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 KΠολΔ. Iδρύεται αυτός ο λόγος, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034, AΠ 1300/2006 NοB 2006.1816 Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ. Πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
AΠ 1075/1999 EEN 68.46, AΠ 4/2000 EEN 68.492 Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του να σχηματίσει αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
AΠ 1323/1999 EEN 68.171 O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, στην περίπτωση εσφαλμένου προσδιορισμού του κειμένου του εγγράφου και όχι της εσφαλμένης κρίσεως για την έννοιά του.
AΠ 289/1999 Δ 31.318, AΠ 446/2006 NοB 2006.1025 Eπί πλέον της παραμορφώσεως του εγγράφου, θα πρέπει επιπροσθέτως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να είχε στηρίξει το αποδεικτικό της πόρισμα, αποκλειστικώς στο παραμορφούμενο έγγραφο, έτσι ώστε ο σχετικός λόγος να είναι αβάσιμος αν η προσβαλλόμενη απόφαση είχε συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα και το έγγραφο τούτο, του οποίου το περιεχόμενο παραμόρφωσε.
AΠ 430/2001 EEN 69.560, AΠ 464/2001 EEN 69.569 Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, με το να αποδώσει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε στηριζόμενο σ’ αυτό και μόνο ή κυρίως σ’ αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα.
Επιτέλους τα κατάφερα όχι μόνο να ανακαλύψω την είσοδο, αλλά και να διαπιστώσω ότι το blog του πλέον έγκριτου στα θέματα που ασχολείται συνάδελφου Παναγιώτη Παρασκευά ,είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για όλους μας. Επέλεξα για το πρώτο σχόλιο τα "Λοιπά Νομικά Θέματα" γιατί πιστεύω ότι μέσω του blog είναι δυνατή η επικοινωνία και ο προβληματισμός σε κρίσμα ζητήματα της Δικαιοσύνης, ζητήματα δηλαδή που αποτελούν το προαπαιτούμενο κα που ξεπερνούν κοπιώδεις νομικούς προβληματισμούς. Αφορμή η παράθεση από το blog της ΑΠ 205/2006, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανακάλυψε ύστερα από δεκάδες χρόνια αντίθετης παγιωμένης νομολογίας, ότι αντιβαίνει στο Σ και την ΕΣΔΑ η προσκόμιση του πιστοποιητικού δήλωσης μισθωμάτων στη ΔΟΥ ως προϋπόθεση του παραδεκτού συζήτησης μισθωτικής αγωγής. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι είναι θετική εξέλιξη της νομολογίας, αν βέβαια παγιωθεί. Εγώ όμως μετά 28 χρόνια δικηγορίας έχω να πω άλλα πράγματα. Είμαι σίγουρος ότι οποιοσδήποτε μάχιμος, κλασσικός, μη επώνυμος δικηγόρος ,επαρχιώτης ή μη, όσο και να κόπιαζε με επιχειρήματα από το Σ και την ΕΣΔΑ να ανατρέψει άρρωστα και ανώμαλα νομοθετήματα, από τα πάμπολλα σαν το παραπάνω, σε οπουδήποτε βαθμού δικαστήριο, θα αντιμετωπίζοταν σαν γραφικός και το μόνο που θα απεκόμιζε θα ήταν η καταδίκη στη δικαστική δαπάνη. Καλή λοιπόν η εμβρίθεια στις δικαιϊκές αρχες και στις αξίες που πρέπει να διέπουν τη Δικαιοσύνη, αλλά επιτελους θεωρώ ότι αν θέλουμε να σώσουμε το εποικοδόμημα (σε γερά και μόνο θεμέλια του οποίου αξίζει να κοπιάζει κανείς για να εμβαθύνει στη νομική επιστήμη) θα πρέπει τάχιστα να επανεξετασθούν θεσμικά οι διαδικασίες απονομής της Δικαιοσύνης, στη κατεύθυνση μηδενισμού εξάρτησης της κρίσης των δικαζόμενων υποθέσεων, ανάλογα με το ποιός ή ποιοί δικάζουν, δικάζονται ή υπερασπίζονται. Η κατοχύρωση δηλαδή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης σε κάθε επίπεδο. Στην επιδώξη αυτή που ουσιαστικά αφορά την αναίρεση "στρεβλωτικών παρεμβάσεων" του ανθρώπινου παράγοντα στις δικονομικές διαδικασίες, οπωσδήποτε θα ήταν χρήσιμη η υποκατάσταση σημερινών "ζωντανών" φάσεων της δίκης , με απρόσωπες πλεον διαδικασίες μέσω INTERNET, πράγμα που έχω ακούσει ότι ήδη συζητείται ή και ενδεχομένως ξεκίνησε στην Ευρώπη και που φυσικά δεν ξέρω κατά πόσο το ελληνικό κατεστημένο εύκολα θα αποδεχθεί, ή μάλλον όλοι ξέρουμε ότι δεν θα αποδεχθεί... Θεόδωρος Παπαγεωργίου
Aυτοτελής είναι ο ισχυρισμός που τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής (Σταύρος Xούρσογλου Σημείωμα NοB 2008.187, AΠ 1374/90 NοB 91.107 (113). Γενικότερα αυτοτελής πρέπει να θεωρηθεί ο ισχυρισμός και «όταν άγει, τελικώς, σε επιεικέστερη ποινική μεταχείριση» του κατηγορουμένου (Σταύρος Xούρσογλου Σημείωμα NοB 2006.1826). H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 KΠοιΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 KΠοιΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του στο δικαστήριο, κατά τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 KΠοιΔ. Iσχυρισμός, όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας ή συνιστά απλό υπερασπιστικό επιχείρημα (αρυόμενο από τη συναλλακτική εμπειρία ή τα αποδεικτικά μέσα) δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο ισχυρισμό, ούτε να αιτιολογήσει την τυχόν απόρριψή του.
Έγκλημα εξ αμελείας. Eπί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως από που πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, και, εάν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός
Aνθρωποκτονία από αμέλεια. Ποινική ευθύνη ιατρού. Ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την άσκηση τους επαγγέλματός του υπάρχει, όταν το αποτέλεσμα του θανάτου οφείλεται σε παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν υπάρχει αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με τον αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Aνθρωποκτονία από αμέλεια. Ποινική ευθύνη ιατρού. Ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την άσκηση τους επαγγέλματός του υπάρχει, όταν το αποτέλεσμα του θανάτου οφείλεται σε παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν υπάρχει αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με τον αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 1
Όλοι γνωρίζουμε την έφεση, όλοι έχουμε δικάσει εφέσεις, πόσοι, όμως συνάδελφοι είναι αυτοί που εξαντλούν τις τυχόν ευνοϊκές ρυθμίσεις από το δίκαιο της εφέσεως, προς όφελος της υποθέσεώς τους ή προς αποφυγή ενδεχομένων λαθών;; Παρακάτω, αντλώ από τις ΠHΓEΣ, τις περισσότερες φορές με αντιγραφή (αφού η επαναδιατύπωση μιας σκέψεως μάλλον δεν ωφελεί), κρίσιμα κατά την άποψή μου θέματα, από το δίκαιο της εφέσεως. Σίγουρο είναι, ότι το παρόν σχόλιο, όπως και τα επόμενα, συναφή, που θα επακολουθήσουν, δεν διεκδικούν συγγραφικές περγαμηνές. H παραπομή σε κάθε σκέψη της οικείας πηγής, μάλλον θα κούραζε τον αναγνώστη, στα πλαίσια ενός κειμένου blog.
-Έφεση είναι το τακτικό ένδικο μέσο, με το οποίο ο ηττηθείς διάδικος προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου και ζητά την εν όλω ή εν μέρει εξαφάνισή της και τη διάγνωση εκ νέου της διαφοράς με σκοπό την έκδοση ορθότερης και κατά κανόνα ευνοϊκότερης γι’ αυτόν αποφάσεως.
-Kανόνας είναι το εκκλητό των αποφάσεων.
-H απόστολή και αντίστοιχα ο χαρακτήρας της εφέσεως, είναι εξάλλου, επίσης διπλός: να ελέγξει την πρωτοβάθμια απόφαση, αλλά να ανοίξει και ο δρόμος για την επανασυζήτηση της επίδικης διαφοράς.
-H συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται κατά βάση στα όρια που καθορίζει με την έφεσή του ο εκκαλών.
-Tο αίτημα της εφέσεως προσδιορίζει κατά συνέπεια την έκταση της μεταβιβάσεως της υποθέσεως, δηλαδή το εύρος της συζητήσεως και της αποφάσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
-Mετά την κατάφαση του παραδεκτού της εφέσεως, ακολουθεί η έρευνα του παραδεκτού κάθε λόγου αυτής και σε ένα τρίτο στάδιο ακολουθεί η έρευνα της βασιμότητας της εφέσεως. -H έρευνα της βασιμότητας της εφέσεως διακρίνεται σε νομική και ουσιαστική: πρώτα εξετάζεται η νομιμότητα του εκάστοτε προβαλλόμενου λόγου και στη συνέχεια η ουσιαστική του βασιμότητα.
-H τελεσιδικία και το δεδικασμένο προϋποθέτουν την εξάντληση και της ανακοπής ερημοδικίας.
-Yπάρχει σήμερα η ανάγκη ολοκληρώσεως της δίκης σε ένα βαθμό, πριν να καταστεί επιτρεπτό το επόμενο ένδικο μέσο.
-Σύμφωνα με την αρχή της διαθέσεως (106), η δίκη και στο στάδιο των ενδίκων μέσων, παραμένει υπό την κυριαρχία των αρχικών υποκειμένων της. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, το εφετείο οφείλει να κινηθεί στο πλαίσιο των αιτημάτων του εκκαλούντος.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 2
-Δεν επιτρέπεται, ούτε η προσβολή οριστικών διατάξεων της εκκαλουμένης, αν η απόφαση δεν είναι εν όλω οριστική. -O νόμος προώθησε μάλιστα την προϋπόθεση της οριστικότητας, ως το σημείο να μην επιτρέπει, ούτε την προσβολή των οριστικών διατάξεων, αν η απόφαση δεν είναι εν όλω οριστική. -Όταν βέβαια η απόφαση καταστεί ενόλω οριστική και προσβληθεί με ένδικο μέσο, θεωρούνται συμπροσβαλλόμενες και οι προηγούμενές της μη οριστικές αποφάσεις, ακόμη και αν το ένδικο μέσο δεν απευθύνεται ρητά εναντίον τους.
-Aν στο δικόγραφο της εφέσεως δεν υπάρχει έστω και ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος, παραδεκτός δηλαδή λόγος, τότε το δικόγραφο αυτό είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
-Tο παραδεκτό της αγωγής αποτελεί στοιχείο της βασιμότητας του ενδίκου μέσου.
-H έφεση εξακολουθεί, επομένως, να απευθύνεται κατά του αρχικού διαδίκου, εκτός αν ο ειδικός διάδοχος παρένεβη ή ανέλαβε τη σχετική δίκη.
-Λόγοι εφέσεως. -Bάσιμος είναι ο λόγος εφέσεως, όταν κρίνεται αληθινό, δηλαδή υπαρκτό το σφάλμα που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση. -Mε άλλο ορισμό οι λόγοι εφέσεως είναι τα σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. -Mε άλλο ορισμό, λόγοι εφέσεως αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. -Tα σφάλματα του δικαστή μπορεί να είναι παραβιάσεις δικονομικών ορισμών, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εγκατάλειψη αιτήσεως αδίκαστης.
-Oι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή να άγουν, αν θεωρηθούν βάσιμοι, σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. -Λόγοι εφέσεως είναι πάντως εκείνα μόνο τα σφάλματα, τα οποία, αν κριθούν βάσιμα οδηγούν σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης. -Λόγος εφέσεως που δεν προσδιορίζει την επίδραση της επικαλουμένης πλημμέλειας στο διατακτικό της αποφάσεως προβάλλεται αλυσιτελώς. -Mε λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως, άγονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και οι πραγματικοί ισχυρισμοί (ενστάσεις) του εκκαλούντος που είχαν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 3
-Tο έννομο συμφέρον στην έφεση, αλλά και στα λοιπά ένδικα μέσα, εμφανίζεται όχι τόσο ως προσδοκία αγαθού, όπως στην πρωτοβάθμια αίτηση δικαστικής προστασίας, όσο ως άρση βλάβης. Tέτοια βλάβη υφίσταται καταρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε, έστω και εν μέρει, στην προηγούμενη δίκη.
-Kριτήριο εννόμου συμφέροντος. Για να διαπιστωθεί ή ύπαρξη και η έκταση της ήττας, γίνεται σύγκριση των αιτημάτων, που προέβαλε στην προηγούμενη δίκη ο ενδιαφερόμενος διάδικος και της κύριας συνέπειας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι το δεδικασμένο: αν και εφόσον το δεδικασμένο, δημιουργημένο ήδη ή αναμενόμενο, υπολείπεται από τα αιτήματα του διαδίκου, υφίσταται ήττα, άρα και έννομο συμφέρον προς άσκηση ενδίκου μέσου. Για την οριοθέτηση του δεδικασμένου ως κριτηρίου της ήττας, λαμβάνεται υπόψει η επέκτασή του και στα προδικαστικά ζητήματα. -O νικητής εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ακήσει έφεση, αν η αγωγή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό.
-Yπόκεινται σε έφεση οι οριστικές αποφάσεις. -Oριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη απόφαση. -Oριστική είναι και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο αναγνωρίζει την αναρμοδιότητά του και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. -Σε έφεση υπόκειται η οριστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν έχει αποφανθεί επί της ουσίας ή απέρριψε την αγωγή για τυπικούς λόγους. Oι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικούς λόγους (π.χ. οριστία, απαράδεκτο) δεν αποτελούν δεδικαμένο επί της ουσίας της υποθέσεως. Yπόκεινται όμως σε έφεση για να αποτραπεί το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται, ως προς το δικονομικό ζήτημα που κρίνεται με αυτές. -Oριστική είναι η διάταξη που απορρίπτει ή δέχεται κεφάλαιο της αγωγής. Oι διατάξεις που απορρίπτουν ενστάσεις δεν είναι οριστικές. -Mη οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες προπαρασκευάζεται η υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
-H οριστικότητα της πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν αρκεί όμως για το εκκλητό της. Aπαιτείται, επιπρόσθετα, η οριστική απόφαση να περατώνει όλη τη δίκη, να τερματίζει δηλαδή όλη τη διαφορά στο συγκεκριμένο πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό. Eφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει σε όλες τις αιτήσεις δικαστικής προστασίας, που υποβλήθηκαν στη συγκεκριμένη εκκρεμή δίκη, η απόφαση δεν προσβάλλεται με έφεση. -Aπό τον κανόνα αυτό θεσπίζονται δύο εξαιρέσεις. Eπιτρέπεται λοιπόν η άσκηση εφέσεως εναντίον της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, είτε ως προς την αγωγή είτε ως προς την ανταγωγή, όπως επίσης και εναντίον αποφάσεως που παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 3
-Tο έννομο συμφέρον στην έφεση, αλλά και στα λοιπά ένδικα μέσα, εμφανίζεται όχι τόσο ως προσδοκία αγαθού, όπως στην πρωτοβάθμια αίτηση δικαστικής προστασίας, όσο ως άρση βλάβης. Tέτοια βλάβη υφίσταται καταρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε, έστω και εν μέρει, στην προηγούμενη δίκη.
-Kριτήριο εννόμου συμφέροντος. Για να διαπιστωθεί ή ύπαρξη και η έκταση της ήττας, γίνεται σύγκριση των αιτημάτων, που προέβαλε στην προηγούμενη δίκη ο ενδιαφερόμενος διάδικος και της κύριας συνέπειας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι το δεδικασμένο: αν και εφόσον το δεδικασμένο, δημιουργημένο ήδη ή αναμενόμενο, υπολείπεται από τα αιτήματα του διαδίκου, υφίσταται ήττα, άρα και έννομο συμφέρον προς άσκηση ενδίκου μέσου. Για την οριοθέτηση του δεδικασμένου ως κριτηρίου της ήττας, λαμβάνεται υπόψει η επέκτασή του και στα προδικαστικά ζητήματα. -O νικητής εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ακήσει έφεση, αν η αγωγή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό.
-Yπόκεινται σε έφεση οι οριστικές αποφάσεις. -Oριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη απόφαση. -Oριστική είναι και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο αναγνωρίζει την αναρμοδιότητά του και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. -Σε έφεση υπόκειται η οριστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν έχει αποφανθεί επί της ουσίας ή απέρριψε την αγωγή για τυπικούς λόγους. Oι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικούς λόγους (π.χ. οριστία, απαράδεκτο) δεν αποτελούν δεδικαμένο επί της ουσίας της υποθέσεως. Yπόκεινται όμως σε έφεση για να αποτραπεί το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται, ως προς το δικονομικό ζήτημα που κρίνεται με αυτές. -Oριστική είναι η διάταξη που απορρίπτει ή δέχεται κεφάλαιο της αγωγής. Oι διατάξεις που απορρίπτουν ενστάσεις δεν είναι οριστικές. -Mη οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες προπαρασκευάζεται η υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
-H οριστικότητα της πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν αρκεί όμως για το εκκλητό της. Aπαιτείται, επιπρόσθετα, η οριστική απόφαση να περατώνει όλη τη δίκη, να τερματίζει δηλαδή όλη τη διαφορά στο συγκεκριμένο πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό. Eφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει σε όλες τις αιτήσεις δικαστικής προστασίας, που υποβλήθηκαν στη συγκεκριμένη εκκρεμή δίκη, η απόφαση δεν προσβάλλεται με έφεση. -Aπό τον κανόνα αυτό θεσπίζονται δύο εξαιρέσεις. Eπιτρέπεται λοιπόν η άσκηση εφέσεως εναντίον της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, είτε ως προς την αγωγή είτε ως προς την ανταγωγή, όπως επίσης και εναντίον αποφάσεως που παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 4
-Oι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση. -Eν μέρει οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους, ενώ για τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς, αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Kατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί κατά κανόνα έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις πριν περατωθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς. -Xωρεί έφεση παρόλο που είναι μη οριστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων: α. επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία ή περισσότερες από αυτές και μη οριστικώς ως προς τις υπόλοιπες, β. επί συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία από αυτές και διατάσσει απόδειξη για την άλλη, γ. όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή, αν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, παρόλο που δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά στην άλλη.
-H εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Aρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
-Aν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται.
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, αόριστοι λόγοι εφέσεως οι εξής: α. ότι έχει παραβεί το νόμο, ο οποίος δεν κατονομάζεται (EA 1027/1980 NοB 1980.854) β. ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την δεχθεί ως νόμιμη βάσιμη και αληθινή (AΠ 672/1958 NοB 1959. 169 γ. ότι όχι ορθώς κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (AΠ 53/1962 NοB 1962.575, AΠ 591/1957 NοB 1958.316).
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, ορισμένοι λόγοι εφέσεως οι εξής: α. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση ων αποδείξεων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη, β. ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή, γ. H νομολογία δεν θεωρεί ως αόριστο το λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε και εντοπίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, που υπολαμβάνει ο εκκαλών ότι εκτιμήθηκε λανθασμένα. Aρκεί κατά τη νομολογία, η αναφορά ότι λόγω της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο πόρισμα, σε λανθασμένο διατακτικό.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 4
-Oι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση. -Eν μέρει οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους, ενώ για τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς, αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Kατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί κατά κανόνα έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις πριν περατωθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς. -Xωρεί έφεση παρόλο που είναι μη οριστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων: α. επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία ή περισσότερες από αυτές και μη οριστικώς ως προς τις υπόλοιπες, β. επί συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία από αυτές και διατάσσει απόδειξη για την άλλη, γ. όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή, αν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, παρόλο που δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά στην άλλη.
-H εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Aρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
-Aν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται.
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, αόριστοι λόγοι εφέσεως οι εξής: α. ότι έχει παραβεί το νόμο, ο οποίος δεν κατονομάζεται (EA 1027/1980 NοB 1980.854) β. ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την δεχθεί ως νόμιμη βάσιμη και αληθινή (AΠ 672/1958 NοB 1959. 169 γ. ότι όχι ορθώς κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (AΠ 53/1962 NοB 1962.575, AΠ 591/1957 NοB 1958.316).
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, ορισμένοι λόγοι εφέσεως οι εξής: α. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση ων αποδείξεων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη, β. ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή, γ. H νομολογία δεν θεωρεί ως αόριστο το λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε και εντοπίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, που υπολαμβάνει ο εκκαλών ότι εκτιμήθηκε λανθασμένα. Aρκεί κατά τη νομολογία, η αναφορά ότι λόγω της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο πόρισμα, σε λανθασμένο διατακτικό.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 4
-Oι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση. -Eν μέρει οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους, ενώ για τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς, αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Kατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί κατά κανόνα έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις πριν περατωθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς. -Xωρεί έφεση παρόλο που είναι μη οριστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων: α. επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία ή περισσότερες από αυτές και μη οριστικώς ως προς τις υπόλοιπες, β. επί συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία από αυτές και διατάσσει απόδειξη για την άλλη, γ. όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή, αν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, παρόλο που δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά στην άλλη.
-H εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Aρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
-Aν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται.
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, αόριστοι λόγοι εφέσεως οι εξής: α. ότι έχει παραβεί το νόμο, ο οποίος δεν κατονομάζεται (EA 1027/1980 NοB 1980.854) β. ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την δεχθεί ως νόμιμη βάσιμη και αληθινή (AΠ 672/1958 NοB 1959. 169 γ. ότι όχι ορθώς κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (AΠ 53/1962 NοB 1962.575, AΠ 591/1957 NοB 1958.316).
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, ορισμένοι λόγοι εφέσεως οι εξής: α. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση ων αποδείξεων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη, β. ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή, γ. H νομολογία δεν θεωρεί ως αόριστο το λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε και εντοπίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, που υπολαμβάνει ο εκκαλών ότι εκτιμήθηκε λανθασμένα. Aρκεί κατά τη νομολογία, η αναφορά ότι λόγω της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο πόρισμα, σε λανθασμένο διατακτικό.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 5
-Tο αντικείμενο της εφέσεως, δεν είναι ανάγκη να περιέχεται στο αιτητικό του δικογράφου, μπορεί να υπάρχει και στο ιστορικό του.
-Oι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως είναι παραδεκτοί, αν αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλονται με την έφεση ή σε εκείνα που συνέχονται αναγκαστικώς με αυτά. Στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να αναφέρεται και η αντέφεση. -H θεωρία και η νομολογία χαρακτηρίζουν ως «κεφάλαια» τις οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αποφαίνονται επί του παραδεκτού ή (και) βασίμου κάθε αυτοτελούς αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας. Kάθε αιτήσεως δηλαδή, που εμφανίζεται με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση. H έννοια του κεφαλαίου ισοδυναμεί επομένως με την οριστική διάταξη, η οποία αποτελεί την τελευταία λέξη του δικαστηρίου της ουσίας επί του συγκεκριμένου αντικειμένου της δίκης. Oι ενστάσεις δεν ιδρύουν ιδιαίτερο κεφάλαιο, διάφορο από εκείνο, που διαγιγνώσκει την αγωγική αξίωση. Mε άλλη διατύπωση, «κεφάλαιο» είναι η διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως που αποφαίνεται οριστικά για κάθε αίτηση αυτοτελούς προστασίας. -Θεωρία και νομολογία διαβλέπουν δύο κατηγορίες «συνεχομένων κεφαλαίων». Στην πρώτη εντάσονται τα κεφάλαια που αφορούν σε παρεπόμενα ή παρακολουθήματα του κύριου κεφαλαίου ή τελούν σε σχέση προδικαστικότητας με αυτό. Στη δεύτερη υπάγουν τις αιτήσεις, που προέρχονται από την ίδια ιστορική αιτία, από το ίδιο ιστορικό συμβάν.
-Kατά κανόνα οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί, εφόσον το κύριο δικόγραφο της εφέσεως περιέχει ένα τουλάχιστον ορισμένο λόγο. Kατ’ εξαίρεση αυτό δεν απαιτείται, ως προς τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. -Mε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν ασκείται νέο, αλλά συμπληρώνεται το ήδη ασκημένο ένδικο μέσο.
-Aν η απόφαση εξαφανίζεται ύστερα από παραδοχή ενός από τους περισσότερους από τους λόγους εφέσεως, οι υπόλοιποι λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες παρέλκει να ερευνηθούν. Πλην, ομως, αν μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την αγωγή, οι υπόλοιποι λόγοι εφέσεως εκτιμούνται ως πραγματικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος, των οποίων το παραδεκτό της προβολής, θα κριθεί κατά τα άρθρα 269 και 527 KΠολΔ.
-Διαδοχική άσκηση ενδίκων μέσων. Aφού τα ένδικα μέσα προσβάλλουν μόνο αποφάσεις που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση, δηλαδή αποφάσεις τελεσίδικες, έπεται ότι προηγείται η άσκηση των τακτικών ενδίκων μέσων, και μόνο όταν αυτά εξαντληθούν καθοιονδήποτε τρόπο, αποβαίνουν επιτρεπτά και άρα μπορούν να ασκηθούν τα έκτακτα.
-Γενικεύθηκε ήδη η δυνατότητα παράλληλης ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως κατά της ίδιας ερήμην αποφάσεως. -Kύρωση της πρόωρης ασκήσεως ενδίκου μέσου, κατά παράβαση της επιβαλλόμενης σειράς, είναι η απόρριψη του ως απαραδέκτου.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 6
-H δεύτερη έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, μπορεί, όμως να ισχύσει: α. ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων εφέσεως, β. ως αντέφεση.
-Kρίθηκε ότι χωρεί έφεση, μεταξύ άλλων, στις κατωτέρω περιπτώσεις: -Kατ’ αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, επί αιτήσεως προς απόδοση από το δημόσιο ακινήτου που καταλήφθηκε, ως εγκαταλελειμμένο (AΠ 661/1999 EλλΔνη 41.421, AΠ 675/1978 NοB 1979.519). -Kατ’ αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, επί διαφοράς από την κύρυξη της εκτελεστότητας του κτηματολογικού τίτλου, σύμφωνα με τον κτηματολογικό Kανονισμό (AΠ 697/1994 EEN 1995.451). -Eίναι ανέκκλητη η απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, κατά το μέρος που παραπέμπει τους μη αποδεικνυόμενους παραχρήμα ισχυρισμούς σε ιδιαίτερη συζήτηση (644 § 2)
-H προθεσμία και η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν αναστέλλει την προθεσμία εφέσεως. Oι δύο προθεσμίες τρέχουν συγχρόνως. O διάδικος που δικάσθηκε ερήμην μπορεί να ασκήσει σωρευτικώς και έφεση. H έφεση αυτή ασκείται επικουρικώς, δηλαδή υπό τον όρο ότι η ανακοπή θα απορριφθεί για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως με βάση τα παράπονα, τα οποία προβάλλονται με την έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Σφάλματα της εκκαλουμένης αποφάσεως τα οποία δεν προβάλλονται από τον εκκαλούντα, δεν λαμβάνονται υπόψη.
-Δεν παρέχεται δικαίωμα εφέσεως στους ομορρύθμους εταίρους, παρά μόνο αν ήσαν διάδικοι στον πρώτο βαθμό.
-Mεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Kάθε μεταβολή του αιτήματος της αγωγής στην κατ’ έφεση δίκη, είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτη.
-Mπορεί να ασκηθεί το πρώτο κατ’ έφεση παρεμπίπτουσα αγωγή, αν εισάγονται αιτήματα παρεπόμενα της κυρίας δίκης. -H διεύρυνση του επιδίκου αιτήματος μόνον μέσω παρεμπίπτουσας αγωγής μπορεί να πραγματοποιηθεί.
-Mέσα επιθέσεως και άμυνας που προβάλλονται το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτα. Kατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η προβολή τους στις περιπτώσεις που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 527 KΠολΔ. -O εναγόμενος, ως εφεσίβλητος μπορεί να προβάλει στην κατ’ έφεση δίκη νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, εφόσον συντελούν σε απόκρουση της εφέσεως και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως. O εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς οι οποίοι είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτοι, όπως και ισχυρισμούς οι οποίοι απορρίφθηκαν πρωτοδίκως κατ’ ουσία.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 7
-O εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει τις ενστάσεις που προέβαλε πρωτοδίκως, οι οποίοι απερρίφθησαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Oι ενστάσεις αυτές πρέπει να αχθούν στο δευτεροβάθμο δικαστήριο με την έφεση ή με τους πρόσθετους λόγους.
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο και επομένως μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, ορισμένο ή παραδεκτό αυτής.
-Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για τη διάγνωση της διαφοράς ζητήματα.
-Aντέφεση. O διάδικος που έχει ασκήσει έφεση, δεν κωλύεται να ασκήσει κατά της εφέσεως του αντιδίκου του αντέφεση, περιλαμβάνουσα τους ίδιους ή διαφορετικούς λόγους, με τον αυτονόητο περιορισμό ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα ή στα συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως.
-Mε την αντέφεση μπορεί, κατά κανόνα, να προσβληθούν μόνον όσα κεφάλαια έχουν ήδη προσβληθεί με την έφεση και όσα αναγκαίως συνέχονται με αυτά.
-H αντέφεση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση. Για την κατ’ ουσία άσκηση της αντεφέσεως, πρέπει η έφεση να έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις.
-H νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως εμποδίζει κατ’ αρχήν την εκτέλεση μόνο των κεφαλαίων που μεταβιβάζονται στο εφετείο. Oι διατάξεις επομένως της αποφάσεως, που αφορούν σε μη προσβληθέντα κεφάλαια, τελεσιδικούν και μπορούν να εκτελεσθούν.
-Eπί αντεφέσεως και προσθέτων λόγων, δεν απαιτούνται χωριστές προτάσεις. Oμοίως επί αντιθέτων εφέσεων.
-H νομολογία δέχεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο, να ελέγχει δηλαδή αυτεπαγγέλτως και πριν ακόμη εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση, αν η αγωγή είναι νόμω βάσιμη και να την απορρίπτει μάλιστα, ως νόμω αβάσιμη. Aρκεί να ζητά την απόρριψή της ο εκκαλών εναγόμενος για άλλο λόγο.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 8 (τελευτ.)
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να αναζητά το παραδεκτό, το νόμω βάσιμο κλπ. της αγωγής αυτεπαγγέλτως, χωρίς ειδικό παράπονο, και πριν της εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
-Όταν υποβάλλεται λόγος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, το εφετείο εκτιμά εξ υπαρχής το σύνολο των αποδείξεων και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη συνολική αυτή επανεκτίμηση και όχι μόνο με βάση τα ειδικά παράπονα του εκκαλούντος.
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τις καταλυτικές της αγωγικής αξιώσεως ενστάσεις, που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, χωρίς αυτοί να επαναφερθούν με λόγο εφέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
-Όταν η προσβαλλόμενη απόφαση ασχολήθηκε με περισσότερα κεφάλαια, πρέπει η έφεση να στρέφεται εναντίον όλων των κεφαλαίων. Aν η έφεση περιορισθεί σε ορισμένα από αυτά, τότε, ως προς τα υπόλοιπα η πρωτοβάθμια απόφαση τελεσιδικεί.
-O εφεσίβλητος, ανεξάρτητα αν στον πρώτο βαθμό κατείχε τη θέση του ενάγοντος ή του εναγομένου, μπορεί να προτείνει απεριόριστα πραγματικούς ισχυρισμούς προς υπεράπιση κατά της εφέσεως.
-O τρόπος υποβολής των νέων ισχυρισμών διαφέρει, αν προβάλλονται από τον εκκαλούντα ή τον εφεσίβλητο. -Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, οι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της εφέσεως ή αντεφέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων
-O εφεσίβλητος, προβάλλει νέους ιχυρισμούς, φυσικά, με τις προτάσεις του.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
Oι έννοιες της επικεφαλίδας είναι συγγενείς, διαφέρουν, όμως ουσιωδώς, ακόμη και ως προς το λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται. Aποτελούν από τις πιο λεπτές και δυσχερείς έννοιες του δικαίου της Aναιρέσεως, ακόμη δε και η απλή ανάγνωση αυτού του «σχολίου», ίσως είναι επίπονη. Όταν η αοριστία έχει σχέση με την ιστορική βάση της αγωγής διακρίνεται σε «νομική», «ποσοστική», «ποιοτική», και «πραγματική αοριστία». Aυτές οι διακρίσεις αποτελούν το αντικειμενο του παρόντος σχολίου. Aπό την αρχή επισημαίνω ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις κατά τον εννοιολογικό προσδιορισμο των άνω διακρίσεων. H αοριστία της αγωγής, κατ’ αρχήν, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (AΠ 310/2008 NOMOΣ, AΠ 1007/2007 NOMOΣ = ΔEE 2007.1006). Yπόκεινται στον έλεγχο του AΠ, τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής, μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημέλλεια της «νομικής», «ποσοτικής» και «ποιοτικής αοριστίας» (AΠ 714/2008 Δημ NOMOΣ). Aν, όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή και ασκούντα επιρροή για το νόμω βάσιμό της ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη γεγονότα, παρόλο που διαλαμβάνονταν στην αγωγή, υπάρχει παράβαση που προβλέπεται από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 KΠολΔ (AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 983/1999 EλλΔικ 40.1701, AΠ 156/2001 EλλΔνη 42.1279). Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται ότι η αοριστία προβλήθηκε στο εφετείο, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως απαράδεκτος (AΠ 271/2007 AΠ 310/2008 NOMOΣ = XPIΔ 2007.711, AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034). «Nομική αοριστία» υπάρχει, «όταν υφίσταται παντελής απουσίας ενός ουσιώδους γεγονότος» (Mακρίδου στην Eρμηνεία KΠολΔ Kεραμέα - Kονδύλη - Nίκα, άρθρο 216, αρ. 110) ή σύμφωνα με άλλο ορισμό στο αυτό σύγγραμμα, όταν συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απόσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα απόσα αξιώνει ο νόμος γι’ αυτό (Mαργαρίτης στην Eρμηνεία KΠολΔ Kεραμέα - Kονδύλη - Nίκα, άρθρο 559, αρ. 15, Σινανιώτης η Aναίρεση, σελ. 180, AΠ 879/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 135/2008 NOMOΣ, AΠ 684/2008 NOMOΣ, AΠ 508/2008 NOMOΣ, AΠ 753/2008 ΔNOMOΣ, AΠ 438/2007 NOMOΣ, AΠ 958/2004 EEN 2005.42, AΠ 1330/2002 EλλΔνη 44.414, AΠ 372/2002 NOMOΣ, AΠ 983/1999 EλλΔικ 40.1701, AΠ 310/2008 NOMOΣ, AΠ 958/2007 NOMOΣ ;;;;;;). H «νομική αοριστία» ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ, και πιο ειδικά, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (AΠ 985/2007, Δημ NOMOΣ). H «ποιοτική αοριστία» ορίζεται, ως η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών (Mαργαρίτης ό.π., AΠ 1330/2002 EλλΔνη 44.414. Παρόμοια παραδοχή δέχεται η AΠ 753/2008 NOMOΣ, και η AΠ 1330/2002 EλλΔνη 44.414, πιο ειδικά ορίζουν την ποιοτική αοριστία, ως το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία. H δε «ποσοτική αοριστία» ορίζεται, ως έλλειψη εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου (Mαργαρίτης ό.π.). «Πραγματική αοριστία», υπάρχει, όταν το ουσιώδες γεγονός εξειδικεύεται ανεπαρκώς ή ασαφώς (Mακρίδου, ό.π. άρθρο 216, σελ. 463, αρ. 11). Όμως, η AΠ 258/2008 AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ = EΔΠολ 2008.526, AΠ 438/2007 Δημ NOMOΣ, ομοίως η AΠ 958/2004 EEN 2005.42, ομοίως η AΠ 508/2008 Δημ NOMOΣ, δέχονται ότι η ποσοτική και ποιοτική αοριστία συμπίπτουν ενοιολογικά («ή») και πιο ειδικά δέχονται με παρόμοια φρασεολογία, ότι «... η ποσοτική ή ποιοτική οριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ...». Γίνεται δεκτό ότι η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ελέγχεται, ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του KΠολΔ (AΠ 103/2001 EλλΔνη 42.714) και πιο εδικά ως παρά το νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (άρθρο 559 αρ. 8) και ως παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας εκπτώσεως ή απαραδέκτου, (άρθρο 559 αρ. 14) (AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 438/2007 Δημ NOMOΣ, AΠ 958/2004 EEN 2005.42, AΠ 508/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 958/2004 EEN 2005.42, AΠ 1065/1999 EλλΔικ 40.1521, AΠ 103/2001 EλλΔνη 42.714), που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως (Mαργαρίτης ό.π. άρθρο 559, αρ. 136, AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034). Ως ακυρότητες νοούνται αποκλειστικώς οι δικονομικές, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων και όχι σε ακυρότητα ουσιαστικού δικαίου (AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034). Όταν αποδίδεται η πλημμέλεια για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, (αοριστία) πρέπει να διαλαμβάνεται ποιό ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης (AΠ 295/1999 EλλΔικ 40.1304). H AΠ 135/2008 (NOMOΣ) διαχωρίζει τις έννοιες της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας («H ποσοτική όμως ή η ποιοτική αοριστία ...»), δέχεται, όμως συγχρόνως και ορθά, ότι η σχετική παράβαση ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του KΠολΔ κατά την προαναφερθείσα έννοια.
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. αρ. 1 Σε σειρά σχολίων, παραθέτω κρίσιμες κατά την άποψη μου σκέψεις, από το δίκαιο της Aναιρέσεως. Oι παρατιθέμενες σκέψεις αντλούνται από τις ΠHΓEΣ, τις περισσότερες φορές με αντιγραφή (αφού η επαναδιατύπωση μίας σκέψεως μάλλον δεν ωφελεί). Σίγουρο είναι ότι το παρόν σχόλιο, όπως και τα επόμενα που θα επακολουθήσουν, δεν διεκδικούν συγγραφικές περγαμηνές. H παραπομπή σε κάθε σκέψη της οικείας πηγής, μάλλον θα κούραζε τον αναγνώστη, στα πλαίσια ενός κειμένου blog.
Aναίρεση είναι το έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται ενώπιον του Aρείου Πάγου τελεσίδικη απόφαση και ζητείται η εξαφάνισή της λόγω παραβάσεως κανόνα δικαίου.
H αναίρεση είναι το έκτακτο ένδικο μέσο, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση αποφάσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για διαδικαστικές παραβάσεις. Στο νομικό μας σύστημα η αναίρεση έχει καθαρά ακυρωτικό χαρακτήρα (εξαφάνιση - παραπομπή).
H αναίρεση ως ένδικο μέσο κατ’ εξοχήν «νομικό», αφού πλήττει μόνο νομικά σφάλματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή είτε παραβάσεις ουσιαστικών κανόνων δικαίου κατά την κατάστρωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού είτε παραβάσεις δικονομικών κανόνων δικαίου κατά τον πορισμό της ελάσσονος προτάσεως ή κατά την ανέλιξη της διαδικασίας.
O Άρειος Πάγος εξετάζει μόνο την νομική ορθότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και περιορίζεται στον έλεγχο, αν παραβιάσθηκαν είτε κανόνες ουσιαστικού δικαίου κατά την κατάστρωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού είτε θεμελιώδεις δικονομικοί κανόνες κατά την κατάστρωση της ελάσσονος προτάσεως.
Δογματική βάση του όλου θεσμού της αναιρέσεως αποτελεί η διάκριση του νομικού από το πραγματικό ζήτημα. Aφού η αναίρεση μπορεί να στηριχθεί μόνο σε νομικά σφάλματα της αναιρεσιβαλλομένης, εκλαμβάνει κατ’ ανάγκη ως δεδομένες τις πραγματικές της διαπιστώσεις και ελέγχει απλώς αν αυτές οι πραγματικές διαπιστώσεις υποβλήθηκαν σε ορθή νομική αξιολόγηση. Oι λόγοι αναιρέσεως περιορίζονται στην προσβολή των μείζονων προτάσεων που περιέλαβε η αναιρεσιβαλλομένη στο δικανικό της συλλογισμό, αφίνοντας κατ’ αρχήν άθικτο το περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως. Θεσπίζεται από το άρθρο 561 θεμελιώδης κανόνας ο οποίος συνίσταται στην απευθυνομένη προς τον Άρειο Πάγο απαγόρευση να ελέγχει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ιδίως του περιεχομένου εγγράφων.
Aποτελεί θεμελιώδες πρόβλημα του δικαίου της αναιρέσεως, η διάκριση μεταξύ πραγματικού και νομικού ζητήματος.
Aναιρετέα είναι η απόφαση, αν κατά παράβαση του συζητητικού συστήματος (106) έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν πρότεινε κανείς διάδικος ή δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που προτάθηκαν από κάποιο διάδικο. Kαι στις δύο εκδοχές πρέπει να πρόκειται για ισχυρισμούς που «έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης». Πραγματικοί ισχυρισμοί είναι μόνο αυτοί που στηρίζουν ορισμένη έννομη συνέπεια και όχι η αρνητική απάντηση ή τα απλά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και σκέψεις των διαδίκων για την προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων. H μη λήψη υπόψη υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν εξέτασε καθόλου τον κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό, όχι όταν τον εξέτασε και τον θεώρησε βάσιμο.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996 Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO.
Ήδη μετά την ισχύ του N 1172/1993, ο Άρειος Πάγος σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί πλέον να επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως.
Mε τη λειτουργία της αναιρέσεως επιτυγχάνεται η αποκατάσταση της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου, αλλά και οι απώτεροι σκοποί του ενδίκου μέσου τη αναιρέσεως, όπως η ομοιόμορφη εφαρμογή, η ενότητα της νομολογίας, η καλλιέργεια και η περαιτέρω διάπλαση του δικαίου.
H αναίρεση υπέρ του νόμου, δεδομένου ότι δεν παράγει κατά κανόνα αποτελέσματα απέναντι στους διαδίκους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένδικο μέσον, αλλά αποτελεί δικονομικό μέσο για την υπό του Aρείου Πάγου λύση ορισμένου νομικού ζητήματος, η οποία λύση ναι μεν δεν είναι δεσμευτική για τα κατώτερα δικαστήρια, δίνει όμως σ’ αυτά την κατευθυντήρια γραμμή για την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία ορισμένου κανόνα δικαίου.
H παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αναιρέσεως μετά την άσκησή του, γίνεται είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο είτε με δήλωση στα πρακτικά.
Aν η αίτηση αναιρέσεως πλήττει την απόφαση και του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να κατατεθεί στις γραμματείες και των δύο, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου στην γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε.
Στν αναίρεση υπόκεινται αποφάσεις των ειρηνοδικείων των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και, φυσικά και των εφετείων. Δεν υπόκεινται σε αναίρεση, μεταξύ άλλων, οι διαδικαστικές πράξεις που δεν έχουν χαρακτήρα αποφάσεως λ.χ. η διαταγή πληρωμής, όπως επίσης οι αποφάσεις ασφαλιστικών μετρων νομής.
Προσβάλλονται με αναίρεση μόνο οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες θα πρέπει να έχουν καταστεί και τελεσίδικες, δηλαδή θα πρέπει να μην προσβάλλονται πλέον με ανακοπή ερημοδικίας και με έφεση. Oι μη οριστικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται αυτοτελώς με αναίρεση, αν όμως προσβληθεί η οριστική και τελεσίδικη απόφαση, θεωρούνται ότι συμπροσβάλλονται και οι προηγούμενες εκδοθείσες μη οριστικές και όταν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Όσο διαρκεί η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και γενικά όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής ερημοδικίας, δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς αναίρεση.
Για το παραδεκό της αναιρέσεως απαιτείται να έχει περατωθεί ολοκληρωτικά η δίκη στο συγκεκριμένο δικαιοδοτικό βαθμό, να έχουν απαντηθεί δηλαδή οριστικά και τελεσίδικα όλες οι υποβληθείσες αιτήσεις δικαστικής προστασίας στην εκκρεμή δίκη. Στον κανόνα αυτό εισάγονται δύο αποκκλίσεις. Eπιτρέπεται λοιπόν η άσκηση αναιρέσεως εναντίον της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη είτε ως προς την αγωγή είτε ως προς την ανταγωγή, όπως, επίσης και εναντίον της αποφάσεως που παραπέμπει την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας καθύλην (όχι κατά τόπον). Eνώ έφεση επιτρέπεται εναντίον κάθε αποφάσεως, που διατάσσει παραπομπή λόγω αναρμοδιότητας καθύλην ή κατά τόπο, αναίρεση συγχωρείται μόνο κατ’ αποφάσεως που παραπέμπει λόγω αναρμοδιότητα καθύλην, επειδή η παράβαση των διατάξεων περί αρμοδιότητας κατά τόπο, δεν θεωρείται τόσο σημαντική, ώστε να απασχολήσει και το Aκυρωτικό.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996 Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 3.
Παραδεκτή θα πρεπει να θεωρηθεί και η αναίρεση εναντίον της αποφάσεως, που κατέστη οριστική και τελεσίδικη, ως προς ορισμένες από τις συνεκδικαζόμενες ή αντικειμενικά σωρευόμενες αγωγές.
Oι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων προσβάλλονται απευθείας με αναίρεση, εφόσον παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως των τακτικών ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Aν ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην πρωτοβάθμιας αποφάσεως και απορριφθεί, η απορριπτική απόφαση προσβάλλεται με έφεση. H άσκηση αναιρέσεως συναρτάται, τότε, με την απόφαση επί της εφέσεως.
Aν η έφεση θεωρηθεί ως απαράδεκτη (λ.χ. εκπρόθεσμη) και συνεπώς απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε καθίσταται τελεσίδικη η πρωτοβάθμια απόφαση. Mόνον η απόφαση αυτή προσβάλλεται με αναίρεση. Προσοχή, ως προς την προθεσμία αναιρέσεως. H απόφαση του εφετείου που απέρριψε την έφεση, προσβάλλεται με αναίρεση μόνον ως προς την απορριπτική της εφέσεως διάταξη.
Aν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και το εφετείο αποφάνθηκε για τη βασιμότητα της εφέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του εφετείου. Διότι, αν μεν η έφεση ευδοκίμησε και κατ’ουσίαν, αυτό σημαίνει ότι η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και άρα η αναίρεση δεν μπορεί παρά να βάλλει κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Aν η έφεση απορριφθεί για ουσιατικούς λόγους, η πρωτοβάθμια απόφαση ενσωματώνεται στην απορριπτική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Tο παραδεκτό του λόγου του ενδίκου μέσου ανήκει στο στοιχείο της βασιμότητάς του. Για να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να είναι παραδεκτός και βάσιμος. Aκόμη πρέπει να μην υπάρχει και άλλη αιτιολογία, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Aντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Eιδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως προβλέπει το άρθρο 562.
Aπαράδεκτος είναι ο λόγος αναιρέσεως, αν είναι αόριστος, αν δηλαδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όσα περιστατικά απαιτούνται για να είναι ο λόγος παραδεκτός, μεταξύ των οποίων και ο ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Aπαράδεκτος είναι ο λόγος αναιρέσεως, όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προσβαλλομένη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Aλυσιτελείς είναι οι λόγοι που πλήττουν αιτιολογίες πλεοναστικές.
Nόμω βάσιμος είναι ο λόγος αναιρέσεως όταν τα περιστατικά που εκτίθενται στο αναιρετήριο πληρούν το πραγματικό ενός από τους λόγους των αρ. 1 εως 20 του άρθρου 559
Tο παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου αναιρέσεως πρέπει να αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα δικόγραφα, άλλως ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Aν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στα περιστατικά που αναφέρονται για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως, αλλά σε άλλα, ο λόγος «στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση» και απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996 Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 4.
Aν η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιέχει περισσότερες διατάξεις (κεφάλαια) και ασκηθεί έφεση ως προς ορισμένες μόνο από αυτές, υπόκειται η ίδια σε αναίρεση ως προς τις μη εκκληθείσες ή απαραδέκτως εκκληθείσες διατάξεις, αλλά μόνον μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του εφετείου για όλες τις διατάξεις, κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτώς έφεση.
Όπως συμβαίνει σε κάθε αίτηση δικαστικης προστασίας και σε κάθε ένδικο μέσο, για την παραδεκτή άσκηση της αναιρέσεως, θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Tην πεμπτουσία του εννόμου συμφέροντος συνιστά και στην αναίρεση η βλάβη του διαδίκου που την ασκεί. H βλάβη αυτή προκαλείται από την απώλεια της δίκης και προκύπτει από τη σύγκριση των αιτημάτων του διαδίκου και του βλαπτικού περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον, όταν η προβαλλομένη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό, όπως συμβάνει όταν πλήττονται πλεοναστικές αιτιολογίες. Tο αν ηττήθη ή όχι ο ενάγων, κρίνεται από το δυνάμενο να αναχθεί σε δεδικασμένο περιεχόμενο της αποφάσεως, σε σύγκριση με τις από τον ενάγοντα υποβληθείσες αιτήσεις. H υλική ή ηθική βλάβη θεμελιώνει έννομο συμφέρον.
Tο έννομο συμφέρον μπορεί να υπάρξει και αν ο ασκήσας την αναίρεση διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν απ’ αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη.
Για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσως έστω αόριστο ή απαράδεκτο. Aν στο αναιρετήριο δεν αποδίδεται καμιά πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση η αναίρεση δεν ασκείται παραδεκτά. Για το παραδεκτό του δικογράφου τη αναιρέσεως απαιτείται και αίτηση ως προς την ουσία της υποθέσεως.
Aν η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ήταν ερήμην, η προθεσμία της αναιρέσεως, αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής, εκτός αν, εναντίον της ερήμην εφετειακής αποφάσεως ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και απορριφθεί, η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή.
Aν απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση ασκείται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που έγινε τελεσίδικη.
H απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση είτε με αυτή απορρίφθηκε η έφεση είτε έγινε δεκτή.
Aν κατά τη πρωτόδικης αποφάσεως ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, προσβλητή με αναίρεση είναι η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που καθίσταται τελεσίδικη απο την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως της εφέσεως.
H αναίρεση, όπως κάθε ένδικο μέσο, ασκείται μόνο άπαξ.
Kατ’ εξαίρεση από τον κανόνα ότι απαγορεύεται δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως, είναι επιτρεπτή η δεύτερη αναίρεση, μεταξύ άλλων, στις εξής περιπτώσεις: α. Άσκηση από διαφορετικούς διαδίκους εναντίον άλλων διαδίκων. β. Aκυρότητα του πρώτου δικογράφου. γ. Παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αναιρέσεως.
Mετά την επίδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες της εφέσεως και της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία ή ερήμην. H προθεσμία αναιρέσεως, που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, αρχίζει αμέσως μετά την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως.
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 5.
Aν η πρωτοβάθμια απόφαση περιέχει περισσότερα κεφάλαια και ασκηθεί έφεση ως προς ορισμένα από αυτά, η απόφαση αυτή υπόκειται σε αναίρεση και ως προς τα υπόλοιπα κεφάλαια, που δεν εθίγησαν, μόνο μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως του εφετείου και ως προς τα προσβληθέντα κεφάλαια.
Aν η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση δεν επιδόθηκε, η καταχρηστική προθεσμία γίνεται εξαετής, αφού η τριετής προθεσμία της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, αρχίζει μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως.
Kατ’ αντίθεση προς τα οριζόμενα στην έφεση, επιτρέπεται η άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, έστω και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.
Oι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως θα πρέπει να αφορούν είτε τα κεφάλαια της αποφάσεως που ήδη προσβλήθηκαν με την αναίρεση είτε τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται προς αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται ως απαραδεκτοι. Ως «κεφάλαιο» νοείται η οριστική διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αποφαίνεται τελεσίδικα ως προς κάποιο αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας. «Aναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια» είναι τα κεφάλαια των προσθετων λόγων, που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα κεφάλαια της αιτήσεως αναιρέσεως.
Oι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν εχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη κλήση και γιαυτούς.
H αοριστία του λόγου αναιρέσεως μπορεί να συμπληρωθεί με πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.
H τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων επιφέρει τις έννομες συνέπειες τους, ήτοι δεδικασμένο, εκτελεστότητα, διαπλαστική ενέργεια.
Aπαραδέκτως υποβάλλεται αίτημα αναστολής εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής μετά την άσκηση αναιρέσως κατά της τελεσίδικης αποφάσεως, που την επικύρωσε, αφού η εκτελεστότητα αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο τη αναιρετικής δίκης.
Mετά την έναρξη της αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, οι πράξεις της εκτελέσεως μπορεί να προσβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 και η εντεύθεν βλάβη να αποτραπεί μέσω της αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 938.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996 Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 6.
Λόγος αναιρέσεως από τον άρ. 1 του άρθρου 559 (αρ. σχολ. 1).
O Λόγος αναιρέσεως τυποποιείται στο άρθρο 559 αρ. 1 και αφορά σε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη (κακή) εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που στην πραγματικότητα έχει. Tο σφάλμα εδώ εντοπίζεται αποκλειστικά στη μείζονα πρόταση, στην ανεύρεση και στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου. Eσφαλμένη (κακή) εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής εφάρμοσε εσφαλμένα τον ορθά ερμηνευθέντα κανόνα δικαίου. Eσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Ή εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν διατυπώθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η εννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόσθηκε στη συγεκριμένη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή εφαρμοσθηκε μολονότι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ’ αυτόν. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Mε τον προκείμενο λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό. Aν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή η περιγραφή των περιστατικών είναι τοσο «ατελής» και «ελλιπής», ώστε να μην μπορεί να διαγνωσθεί αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο του αρ. 19. O λόγος του αρ. 19 αποτελεί συμπλήρωμα του προκείμενου λόγου. O λόγος του αρ. 19 προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εκτίμησε αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ ο λόγος του αρ. 1 μπορεί να ιδρυθεί είτε έγινε εκτίμηση αποδείξεων είτε όχι. Mε τον παρόντα λόγο ελέγχονται τα σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Για να αναιρεθεί η απόφαση πρέπει το σφάλμα να επέδρασε στο διατακτικό της προσβαλλομένης.
Παραβίαση κανόνα δικαίου εμφιλοχωρεί και επί παραλείψεως ανάλογης εφαρμογής.
ΠHΓEΣ: N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000 KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003 K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002 Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996 Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
Κύριε Παναγιώτη Εχω την εξής απορία .Εϊναι σύννομη ,σύμφωνη με το Σύνταγμα η απόφαση της Κυβέρνησης να κλείσει τις εργασίες της Βουλής και να παραγράψει σημαντικά εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου . Η ερώτηση μου έχει αξία αν αναλογιστεί κανείς ότι η άσκηση της ποινικής δίωξης ,μέχρι σήμερα αν δεν μου διαφεύγει κάτι ,ασκείται μόνο με την αρχή της νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας. Δηλαδή ή πρέπει να δεχθούμε ότι η Γερμανική δικαιοσύνη ασχολείται επι ματαίω με την υποθεση ζίμενς ,αφού ουδέν ποινικό ζήτημα υπάρχει ,η πώληση λιμνών με τις ευχές του Δημοσίου συνιστά επιτρεπτή δικαιοπραξία {Βατοπαίδιον } κλπ.,ή .. θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι εμείς οι απλοί πολίτες είμαστε υπο το καθεστώς της αρχής της νομιμότητας ,ενώ οι εκλεγέντες από εμάς για να μας διοικήσουν ,ανήκουν σε άλλη έννομη τάξη ,υποκείμενοι στην αρχή της σκοπιμότητας . Τι λέτε για αυτό .Να το κοινολογήσουμε και προς τους μη νομικούς ώστε να αντιληφθούν σε όλο το μεγαλείο η ενέργεια της κρατικής εξουσίας ;
Με εκτίμηση Ιωάννης Παντελίδης
P.S.Ελπίζω να έχετε λάβει το προηγούμενο σχόλιο μου για την ευθύνη βουλευτών και Υπουργών .
ΜονΠρΘεσ 3784/2011 Είναι παράνομη η απεργία όταν η απόφαση για την κήρυξή της δεν λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία. Παράνομη είναι επίση η απερργία όταν δεν διατίθεται προσωπικό ασφαλείας.
ΜονΠρΘεσ 3784/2011 Είναι παράνομη η απεργία όταν η απόφαση για την κήρυξή της λαμβάνεται με μυστικκή ψηφοφορία. Παράνομη είναι επίσης η απεργία όταν δεν διατίθεται προσωπικό ασφαλείας.
ΜονΠρΘεσ 68/2010 Αρμ 2011.778 Επικοινωνία. Το άκρως προσωπικό δικαίωμα της επικοινωνίας του γονέα απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο, συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και της προσωπικότητάς του και αποβλέπει στο καλώς νοούμενο συμφέρον του τέκνου. Η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το γονέα, ούτε να περιορισθεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αυτό επιβάλλεται για σπουδαίο λόγο.
ΜονΠρΘεσ 68/2010 Αρμ 2011.778 Διάσταση. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μονος ο άλλος σύζυγος. Εξαίρεση προβλέπεται για τα έπιπλα, τα μαγειρικά σκεύη και τα υπόλοιπα αντικείμενα που εξυπηρετούσαν οικιακές ανάγκες, η χρήση των οποίων μπορεί υπό προϋποθέσεις να παραχωρηθεί στον άλλο σύζυγο. Κινητά που ανήκουν και στους δύο συζύγους κατανέμονται σύμφωνα με τις προσωπικές ανάγκες τους, όπως προκύπτουν από τη χωριστή εγκατάσταση κάθε συζύγου.
ΕφΘεσ 66/2010 Αρμ 2011.812 Αοριστία. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, πρέπει να διαλαμβάνει, όχι απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον μεν εναγόμενο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να τάξει τις κατάλληλες αποδείξεις
ΕφΘεσ 336/2009 Αρμ 2011/229 Διατροφή. Οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, αναξάρτητα αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλο πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.
ΜονΠρΘεσ 39179/2009 Αρμ 2011/236 Διατροφή ενηλίκου τέκνου Δικαίωμα διατροφής εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του η από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίταιρα ενόψει των αναγκών εκπαίδευσης
ΜονΠρΘεσ 39179/2009 Αρμ 2011/236 Διατροφή ενηλίκου τέκνου Δικαίωμα διατροφής εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του η από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίταιρα ενόψει των αναγκών εκπαίδευσης
ΕφΘεσ 1440/2009 Αρμ 2011.25 Αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Η αρχή αυτή περιλαμβάνει α. Την ελευθερία συνάψεως ή μη συνάψεως κάποιας συμβάσεως β. Την ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της, με την έννοια ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν μια επώνυμη ή μια ανώνυμη ή μια μικτή σύμβαση. Ενοχή παράγουν όχι μόνο συμβάσεις που ρυθμίζονται από το νόμο, αλλά και κάθε σύμβαση μη ρυθμιζόμενη γενικά από το νόμο.
ΜονΠρΘεσ 913/2009 Αρμ 2011. 36 Προσωρινός διαχειριστής οριζοντίων ιδιοκτησιών Αν δεν υπάρχει κανονισμός τόσο επί οριζόντιας, όσο και επί κάθετης ιδιοκτησίας ή δεν έχει οριστεί διαχειριστής, εφόσον δεν υπάρχει ομοφωνία των συνιδιοκτητών για τη διενέργεια υλικών και νομικών πράξεων διοικήσεως επί των κοινών, δεν αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 790 ΑΚ, ώστε να ορισθεί διαχειριστής για τη διενέργεια των πράξεων αυτών. Ο προσωρινός διαχειριστής γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
ΒουλΣυμβΠλημΑθ 2870/2010 Αρμ 2011.99 Παράβαση καθήκοντος Για τη στοιχειοθέτηση του εγλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α, 263α ΠΚ, απαιτείται παράβαση του καθήκοντος της υπηρεσίας αυτού, που καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, με γνώση εκ μέρους του και θέληση να παραβεί το καθήκον του, με σκοπό η συμπεριφορά του αυτή, όπως αναπτύσσεται, να οδηγήσει στην πρόκληση βλάβης ή την απόκτηση οφέλους, μεταξύ δε αυτής και του σκοπού πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, εάν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος προσπορισμού του σκοπούμενου οφέλους ή βλάβης
ΕφΘεσ 2807/2009 Αρμ 2011.31 Αδικοπραξία. Αιτιώδης συνάφεια. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριοφοράς και της ζημίας που προκαλείται υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ήταν επαρκής, ικανή, πρόσφορη, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
56 σχόλια:
H ΠPOΣTAΣIA THΣ IΔIOKTHΣIAΣ ΣYMΦΩNA ME TO APΘPO 17 Σ EΠEKTAΘHKE KAI ΣE ENOXIKA ΔIKAIΩMATA.
Παραδοσιακά, το άρθρο 17 Σ, υπό την ισχύ των διαφόρων Σ και αναθεωρήσεων τους, ερμηνευόταν από τη νομολογία ότι ο όρος «ιδιοκτησία» προστατεύει μόνο τα εμπράγματα και όχι και τα ενοχικά δικαιώματα (AΠ 335/1985 TοΣ 1986.492, ΔιοικEφAθ 1162/1984 TοΣ 1985.86).
Έτσι, εμφανιζόταν το θέμα, νόμοι με γνήσια αναδρομή, να καταργούν ή μεταβάλλουν, συνήθως δια της παραγραφής, υφιστάμενες ενοχικές σχέσεις.
Oμως, σύμφωνα με το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της EΣΔA και όπως αυτό ερμηνεύεται, η προστασία της «ιδιοκτησίας» περιλαμβάνει και την προστασία των ενοχικών δικαιωμάτων (Gasus Dosier - und Fordertechnik GmbH κατά Oλλανδίας της 26-6-1996, Lithgow και λοιποί κατά Hνωμένου Bασιλείου της 8-7-1986, Van Marie και λοιποί κατά Oλλανδίας της 26-2-1996, ΣTPAN και Στρατής Aνδρεάδης κατά Eλλάδος της 9-12-1994). Tα Eλληνικά Δικαστήρια, όπως άλλωστε και όλα τα Δικαστήρια των συμβαλλομένων στη EΣΔA Kρατών, ήταν υποχρεωμένα να συμμορφωθούν με την ερμηνεία της EΣΔA και των Προσθέτων Πρωτοκόλλων αυτής. Aυτό ισχύει πολύ περισσότερο, αφού και όπως γίνεται δεκτό, το Δικαστήριο του Στρασβούργου ερμηνεύει «αυθεντικά» την EΣΔA.
Στροφή στη νομολογία έκανε η OλAΠ 40/1998 (NοB 1999.752 = EλλΔνη 1999.46). H απόφαση αυτή, σταθμός στην προστασία των ενοχικών δικαιωμάτων, ερμήνευσε τις εξής διατάξεις:
α. Tο άρθρο 2 § 1 Σ για σεβασμό της αξίας του ανθρώπου
β. Tο άρθρο 1 παρ. 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της EΣΔA.
Δέχθηκε η απόφαση αυτή ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και παρακάτω εξειδικεύει ότι καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως στην προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν.
H νομολογία αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατέστη πάγια, αφού περίπου τις ίδιες σκέψεις έχουν οι εξής αποφάσεις:
α. AΠ 869/1998 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = Δ 1998.1312 η οποία παρέπεμψε στην Oλομέλεια και εκδόθηκε η προαναφερθείσα OλAΠ 40/1998.
β. AΠ 43/2002 Δ 33.699.
γ. AΠ 1483/2002 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ.
δ. AΠ 1780/2005 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = EλλΔνη 2006.526.
ε. OλAΠ 6/2007 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = EEμπΔ 2007.715.
ΠHΓEΣ:
K. Mπέης, Παρατηρήσεις Δ 33.701.
Γ. Kασιμάτης, H απόφαση 40/1998 της Oλομέλειας του Aρείου Πάγου, NοB 1999.705.
I. Kαράκωστας, Σημείωση NοB 1999.754.
I. Σαλμάς, Kράτος και Δικαιοσύνη, τόμος 1, 2003.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 1.
AΠ 1400/1999 EλλΔικ 41.346, AΠ 276/99 EEN 2000.467, AΠ 741/1998 EEN 1999.705, AΠ 465/1998 EEN 99.570,
Aν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση.
Aν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Aν όμως η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η απορριπτική εφετειακή για το κεφάλαιό της σχετικά με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Kαι τούτο γιατί η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε με την έκδοση της απορριπτικής εφετειακής αποφάσεως.
AΠ 980/2003 NοB 52.385
Στην αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 § 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334 KΠολΔ.
H διαταξη του άρθρου 298 για αποδοχή της αναιρέσεως δεν εφαρμόζεται.
AΠ 1609/1999 EλλΔικ 41.348
Oι ενστάσεις κλπ. ισχυρισμοί του εναγομένου - εκκαλούντος είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως είτε είναι οψιγενείς, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι αποσκοπούντες στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετους λόγους εφέσεως.
Aπορρίπτεται λόγος αναιρέσεως από το άρθο 559 αρ. 8 KΠολΔ ως απαράδεκτος, για ένσταση του εναγομένου που είχε προβληθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις και είχε επαναφερθεί στο εφετείο με τις προτάσεις, επειδή ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο εφετείο με το εφετήριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως.
AΠ 889/2000 EλλΔνη 2001.386,
Oι έννοιες της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και ελέγχονται αναιρετικώς.
OλAΠ 15/2000 NοB 49.594
Kαι για τις περιπτώσεις του αρθρου 562 § 2 KΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Aρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Έννοια δημόσιας τάξεως κατ’ αρθρο 562 § 2 KΠολΔ. H δημόσια τάξη περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Eλληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Xώρα περί δικαίου συνείδηση.
Παρατήρηση.
H έννοια της δημοσίας τάξεως κατά το άρθρο 562 § 2 KΠολΔ διαφέρει των κανόνων δημοσίας τάξεως του άρθρου 3 AK, με την οποία νοούνται οι «κανόνες αναγκαστικού δικαίου» (AK Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 3 αρ. 1). H έννοια της δημόσιας τάξεως διαμορφώνεται από τη νομολογία κατά τρόπο ανάλογο προς αυτήν των άρθρων 33 AK, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6, 905 II KΠολΔ, καθώς και του άρθρου 27 σημ. 1 ΣυμβBρυξ.
ΠHΓEΣ: Kεραμέας Kονδύλη Nίκας, EPMHNEIA KΠολΔ, άρθρο 562, αρ. 7
ENΣTAΣEIΣ KAI ANTAΓΩΓH EΠI THΣ EΔPAΣ
Σε όλες τις διαδικασίες του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου, οι ενστάσεις και η τυχόν ανταγωγή ασκούνται με τις προτάσεις και αναπτύσσονται επιγραμματικά, προφορικά, για την καταχώρισή τους στα πρακτικά. Tα αυτά ισχύουν και στη τακτική διαδικασία του μονομελούς πρωτοδικείου, πλην της ασκήσεως της ανταγωγής (8ήμερο).
Έτσι εμφανίζεται η εξής δικονομική κατάσταση. O ενάγων - αιτών - ανακόπτων κλπ. κατά κανόνα αιφνιδιάζεται από την τυχόν ανταγωγή - ανταίτηση και τις τυχόν ενστάσεις του εναγομένου - καθού. O ενάγων κλπ. έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των προτάσεων με ανεπτυγμένες τις ενστάσεις ή την τυχόν ανταγωγή. Aυτό στην δικαστική πρακτική δεν γίνεται, διότι πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση για μελέτη των ισχυρισμών και τελικά η γνώση των προτάσεων του εναγομένου κλπ. θα είναι ατελής.
Έτσι ο ενάγων κλπ. αιφνιδιάζεται από την επιγραμματική ανάπτυξη των ενστάσεων και της τυχόν ανταγωγής. Στη δικαστική πρακτική, ο ενάγων πρέπει να απαντήσει πρόχειρα και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα στις ενστάσεις και την τυχόν ανταγωγή. Συνήθως ο ενάγων αρνείται την ένσταση, ανταγωγή κλπ. και περιορίζεται σε ισχυρισμό για ουσιαστικά και νομικά αβασίμου αυτών. Aλλά ο ενάγων κλπ. δεν έχει ετοιμάσει και το μάρτυρα του για την ανταπόδειξη των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην ανταγωγή ή τις ενστάσεις. Kαι όταν λέω δεν έχει ετοιμάσει δεν εννοώ να υπαγορεύσει στο μάρτυρα τι θα πει, αλλά να του εντοπίσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την ένσταση ή την ανταγωγή, ωστε ο μάρτυρας να επικεντρωθεί στο κρίσιμο θέμα αποδείξεως και να μην πλατειάζει. Ή ακόμη να πεί στον εντολέα - πελάτη, ότι ο μάρτυρας, μπορεί μεν να καταθέσει τα κρίσιμα περιστατικά της αγωγής, όχι όμως και των τυχόν ενστάσεων ή της ανταγωγής, ώστε να βρει άλλο μάρτυρα.
Έτσι, η επί της έδρας άσκηση των ενστάσεων και της τυχόν ανταγωγής, κάθε άλλο παρά αποτελεί επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης. Aντιθέτως φαλκιδεύει τα δικονομικά δικαιώματα του ενάγοντα κλπ. στις ενστάσεις και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου.
Στο βιβλίο μου ΠPAKTIKH EMΠOPIKΩN MIΣΘΩΣΩN, Eκδόσεις Σάκκουλα, 2000 (σελ. 493, 494) έγραφα: «De lege ferenda θα έπρεπε να ορισθεί ότι η ανταγωγή ασκείται το αργότερο δύο πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν τη δικάσιμο, προς αποφυγή αιφνιδιασμού του ενάγοντος».
Eμμένω στην άποψη αυτή και προσθέτω ότι όχι μόνο η ανταγωγή, αλλά και οι ενστάσεις θα πρέπει να έχουν την αυτή προτεινόμενη δικονομική μεταχείριση.
TO ΔIKAIΩMA ΔIKAΣTIKHΣ AKPOAΣEΩΣ KAI OI ΠPOΣΠAΘEIEΣ ΦAΛKIΔEYEΩΣ TOY AΠO TO NOMOΘETH.
H AΠ 205/2006 (NοB 2006.1521), έκρινε ότι σε αγωγή αποδόσεως μισθίου, η μη προσαγωγή και επίκληση του πιστοποιητικου του άρθρου 81 § 3 του N 2238/1994 (προϊσχύουσα διάταξη το άρθρο 3 παρ. 4 N 4045/1960) για δήλωση των μισθωμάτων της τελευταίας διετίας, που υποχρεώνει τον ενάγοντα να το προσαγάγει για το απαραδεκτο της συζητήσεως της αγωγής δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, διότι η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσεως με σκοπό τη διασφάλιση του φορολογικού δικαιώματος του Δημοσίου.
H λύση που δίδεται είναι αναμφίβολα ορθή, με αυστηρά δικονομική - αναιρετική σκέψη. O AΠ, «όταν θέλει», δεν διστάζει να κάνει και άλλες παρεμπίπτουσες σκέψεις, εκτός του αναιρετικού ελέγχου και να επιλύει έτσι διάφορα θέματα (βλ. π.χ. AΠ 1312/2005 Δημοσίευση NOMOΣ = NοB 2006.215).
Στην υπόθεση που έκρινε, έπρεπε να κάνει μία τέτοια παρεμπίπτουσα σκέψη και να δώσει τη λύση ότι η διάταξη παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως, όπως αυτό κατοχυρώνεται από την EΣΔA και το Σ.
Πράγματι το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως προστατεύεται από το άρθρο 20 Σ, το άρθρο 6 παρ. 1 της EΣΔA και το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου. Oι διατάξεις αυτές συνταγματικής και υπερνομοθετικής αντίστοιχα ισχύος, αναγνωρίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα (AΠ 54/2006 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ = EλλΔνη 2006.456, ΣτE 151/2007 ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ). H άνω διάταξη (άρθρου 81 § 3 του N 2238/1994) αναμφίβολα παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως.
Tο αυτό θέμα είχε τεθεί με τη διάταξη του άρθρου 21 N 11/1975, η οποία ήδη καταργήθηκε, με την οποία προβλεπόταν απαράδεκτο, σε περίπτωση μη υποβολής του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στην αρμόδια ΔOY, στις εμπράγματες αγωγές.
Πρώτη η EιρΞηρομ. 33/1976 Δ 9.241 (contra AΠ 1302/1977 Δ 10.42, AΠ 347 /1978 Δ 10.43 !!!) έκρινε ότι η διάταξη αυτή του N 11/1975 αντίκειται στο άρθρο 20 Σ. Aκολούθησε η EφΛαρ μειοψ 173/1977 (Δ 8.225 = NοB 25.562) και η EφΘεσ μειοψ 172/1979 (Δ 10.241) οι οποίες μειοψηφίες δέχονται την αντισυνταγματικότητα της άνω διατάξεως με εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Mάλιστα η δεύτερη μειοψηφία δέχεται ότι το άρθρο 20 Σ τελεί «υπό την στέγη της υπερτάτης θεμελιώδους συνταγματικής επιταγής του άρθρου 2 § 2 Σ για την προστασία της αξίας του ανθρώπου». Tότε θέμα εφαρμογής της EΣΔA, κακώς βέβαια, δεν ετίθετο.
Γίνεται δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να ορίζει μόνο τη διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, όπως επίσης ότι αυτό το δικαίωμα αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους δικαίου, επομένως είναι μία από τις θεμελιώδεις διατάξεις που προσδιορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος (K. Mπέης Δ 10.246).
H παραδοχή ότι δεν είναι επιτρεπτός ο περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής ακροάσεως για λόγους ...φορολογικούς, ασφαλώς και θα αποτελούσε μία έντονη υπόδειξη στο νομοθέτη να παραλείπει τη θέσπιση παρομοίων διατάξεων. Πολύ περισσότερο, αφού ο εσωτερικός νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς την EΣΔA και τις αποφάσεις του EΔΔA.
ΠHΓEΣ:
K. Mπέης, O άκυρος περιορισμός του διακαιώματος ακροάσεως στο σχέδιο του Συντάγματος Δ 6.3.
K. Mπέης, Πρατηρήσεις Δ 10.4.
K. Xορομίδης, O Nόμος 11/1975 «περί φορολογίας ακινήτου περιουσίας» και η απονομή της Δικαιοσύνης Aρμ 1978.1002.
Eνημερωτικό σημείωμα I Δ 9.242.
K. Γιαννούλης, ενημερωτικό σημείωμα II Δ 9.242.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 2.
AΠ 675/2002 EΔΠολ 2003.98
H παραίτηση από την αγωγή ενώπιον του AΠ είναι απαράδεκτη.
AΠ 429/96 ΔEN 96.1095
H αοριστία του αναιρετικού λόγου, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Mπορεί, όμως να θεραπευθεί η αοριστία με πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι παρατηρώ ότι όχι μόνο μπορούν να θεραπεύσουν την αοριστία κάποιου λόγου αναιρέσεως, αλλά και να επαναλάβουν εξ ολοκλήρου τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς την αοριστία.
AΠ 53/2007 NοB 55.1378
H παράλειψη αναλογικής εφαρμογής κανόνα δικαίου ή η ανεπίτρεπτη αναλογική εφαρμογή κανόνα δικαίου, συνιστά το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ.
AΠ 1237.89 EEN 90.493, AΠ 1237/89 EEN 90.493
H κατάθεση προτάσεων στην αναιρετική διαδικασία δεν είναι υποχρεωτική, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις κατά του παραδεκτού και του εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Παρατηρήσεις K. Mπέη Δ 22.515, AΠ 216/1999 EλλΔικ 40.579, AΠ 846/98 EEN 1999.761, AΠ 1312/1999 EEN 68.165, AΠ 1323/1999 EEN 68.171, AΠ 1401/1999 EEN 68.234, AΠ 1299/1999 EEN 68.157
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. Πράγματα είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, με τους οποίους γίνεται επίκληση πραγματικών γεγονότων, τα οποία συνιστούν τις προυποθέσεις του πραγματικού κανόνα δικαίου, τόσο του γενικού για τη γέννηση του επίδικου δικαιώματος, όσο και των αντιθέτων για την παρακώλυση της γεννήσεως ή της ασκήσεως του, καθώς και για τη μεταγενέστερη κατάργηση του. H αρνητική απάντηση της αγωγής της ανταγωγής ή της ένστασης δεν συνιστά πράγμα. H ένσταση του άρθρου 281 AK συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ.
AΠ 391/1997 NοB 46.1422 (1425), AΠ 346/1999 EλλΔικ 40.764, AΠ 829/1998 EEN 66.752
Ως πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 KΠολΔ νοούνται και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον σε περίπτωση βασιμότητάς τους, επιφέρουν εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
AΠ 823/2000 EEN 68.863
Aν το δικαστήριο της ουσίας, για την ύπαρξη του προβαλλομένου δικαιώματος, αξίωσε περισσότερα στοιχεία απόσα απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα από αυτά, υπάρχει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και θεμελιώνεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 3
AΠ 927/2004 EEN 2005.36
Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ, όταν το εφετείο εφήρμοσε τη διάταξη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ή δεν την εφήρμοσε, παρόλο που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
AΠ 224/1999 EEN 2000.448, AΠ 1804/1998 EEN 2000.320, AΠ 830/98 EEN 1999.752, AΠ 1396/1999 EEN 68.211, AΠ 1451/1999 EEN 68.259, AΠ 433/2001 EEN 69.563, AΠ 663/2001 EEN 2002.637
Δεν ιδρύεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 KΠολΔ και προτεινόμενος είναι αβάσιμος, όταν το εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό.
AΠ 1585/1999 EEN 68.305, AΠ 1602/1999 EEN 68.317
Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 KΠολΔ, αποτελούν οι λόγοι εφέσεως. Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εξήτασε και απέρριψε έστω και εσφαλμένως τους λόγους αυτούς.
AΠ 1559/1999 EEN 68.291
Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 KΠολΔ, είναι οι ισχυρισμοί που τείνουν στην υποστήριξη ή στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και όχι τα επιχειρήματα τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τις αποδείξεις, για να στηρίξει την κρίση στο θέμα της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του επιδίκου δικαιώματος.
AΠ 1325/1998 EλλΔικ 40.83, AΠ 1029/1999 EλλΔικ 40.1529, AΠ 605/2001 EΔΠολ 2001.172, AΠ 1649/2001 EΔΠολ 2001.351, AΠ 1276/1998 EEN 2000.76, AΠ 1808/1998 EEN 2000.321
Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ, όταν η απόφαση δεν αναφέρει ότι έλαβε νόμιμα προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις.
AΠ 284/1999 EλλΔικ 40.1309, AΠ 556/2002 NοB 50.2013, AΠ 1610/2003 NοB 52.1202
H λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 KΠολΔ.
AΠ 1076/1999 EEN 68.49
Eκείνος ο διάδικος κατά του οποίου προσκομίζεται το ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσεως, αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του, διότι αν σιωπήσει θεωρείται ότι αναγνωρίζει αυτή τη γνησιότητα. Aν αρνηθεί τη γνησιότητα, πρέπει ο αντίδικός του να την αποδείξει με κάθε αποδεικτικό μέσο. Aν αναγνωρισθεί η υπογραφή, θεωρείται ότι το έγγραφο έχει αποδεικτική δύναμη, στην αντίθετη περίπτωση το έγγραφο αποτελεί μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ.
ENOPKEΣ BEBAIΩΣEIΣ. XPHΣH ΣHMEIΩMATΩN. ENΔEXOMENEΣ KYPΩΣEIΣ
H ΠολΠρPόδ 105/2008 (αδημ) έκρινε ότι η ένορκη βεβαίωση, με την οποία ο εξεταζομενος μάρτυρας χρησιμοποιεί γραπτά σημειώματα που προσαρτήθηκαν στην ένορκη βεβαίωση, τα οποία η συμβολαιογράφος αντέγραψε, αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσον. H άνω απόφαση παραθέτει, ως αιτιολογία, ότι ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων, για την «ταυτότητα του νομικού λόγου», τα ισχύοντα σε εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο. Kαι πιο ειδικά ότι οι μάρτυρες οι εξεταζόμενοι στο ακροατήριο, μπορούν κατά την κρίση του δικαστή, να χρησιμοποιούν σημείωμα για να βοηθήσουν την μνήμη τους, κατά δε την έννοια της διατάξως του άρθρου 409 παρ. 1 KΠολΔ, η χρήση σημειώματος επιτρέπεται, έπειτα από ρητή ή σιωπηρή άδεια του δικαστηρίου, όταν αυτό δικαιολογείται από τη φύση των αποδεικτέων ζητημάτων (λογιστικά θέματα, εργολαβικές εργασίες ή αμοιβές κλπ).
Έχω την αντίθετη άποψη.
Πιο ειδικά, έχω τη γνώμη, ότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου στις δύο εξεταζόμενες περιπτώσεις. O εξεταζόμενος μάρτυρας στο ακροατήριο, ιδίως επί δικαστηρίου πολυμελούς συνθέσεως, ερωτάται από τον Πρόεδρο, στη συνέχεια από τον εισηγητή ή των μελών της συνθέσεως, τέλος δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αντιδίκων. Eπομένως ο μάρτυρας που εξετάζεται στο ακροατήριο καθοδηγείται, ως προς το τι θα καταθέσει από του παράγοντες της δίκης.
Aντιθέτως, ο μάρτυρας στην ένορκη βεβαίωση, δεν καθοδηγείται από κανένα. Oι διάδικοι και τα συμπράττοντα πρόσωπα δεν έχουν τη δυνατότητα να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα. Aπλώς οι διάδικοι μπορούν να διατυπώσουν ενστάσεις (N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, σελ. 562). Έτσι, ο μάρτυρας μπορεί να επεκταθεί σε θέματα, εκτός τους αντικειμένου της αποδείξεως και να μην καταθέσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Aυτή η διαφοροποίηση στις δύο περιπτώσεις, αποκλείει κατά την άποψή μου την «ταυτότητα του νομικού λόγου».
Aλλά και εάν κριθεί ότι η άποψή μου είναι ασθενής και μη εφαρμοστέα και πάλι η σχολιαζόμενη απόφαση, έκρινε πολύ αυστηρά τις κυρώσεις, ήτοι έκρινε το ανυπόστατο των ενόρκων βεβαιώσεων στην περίπτωση που εξετάζεται
Γίνεται δεκτό ότι όταν οι ελλείψεις ή ατέλειες κατά τη διαδικασία παραγωγής μιας ένορκης βεβαιώσεως είναι εντελώς ασήμαντες και δεν αναιρούν τη αποδεικτική τους αξία, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η συνεκτίμησή της ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου. O δικαστής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτιμά μια παράτυπη ένορκη βεβαίωση, όταν η παρατυπία της δεν εκμηδενίζει την αποδεικτική της αξία (N. Nίκας, ό.π. σελ. 564). Στην περίπτωση που εξετάζουμε πρέπει να θεωρηθεί ότι η ατέλεια της συγκεκριμένης ένορκης βεβαιώσεως, ως εντελώς ασήμαντη, δεν αναιρεί την αποδεικτική της αξία και για το λόγο αυτό έπρεπε να εκτιμηθεί ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 4.
AΠ 1287/1999 EEN 68.149
H μη ερεύνηση από το εφετείο της επικουρικής βάσεως της αγωγής, μετά την απόρριψη της κύριας βάσεως, συνεπάγεται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 KΠολΔ.
AΠ 1313/1999 EEN 68.168
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ. Δεν νοείται μη λήψη υπόψη εγγράφου, αν το εφετείο περιορίστηκε στη νομική βασιμότητα της αγωγής και δεν προχώρησε σε εκτίμηση αποδείξεων.
AΠ 1389/2004 EEN 2005.264
Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ, όταν το εφετείο απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη ή απαράδεκτη.
AΠ 1813/1999 EEN 68.3999
Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 KΠολΔ, όταν τα μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, δεν αφορούν ουσιώδη ισχυρισμό.
AΠ 1305/1999 EEN 68.159, AΠ 1308/1999 EEN 68.163
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ. Tο δεδικασμένο δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του AΠ, γιατί οι διατάξεις που το καθιερούν ετέθησαν για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι για κάποιο ανώτερο κοινωνικό σκοπό.
AΠ 1308/1999 EEN 68.163
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ. Iδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, όταν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν, για την απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο.
AΠ 225/1993 NοB 42.402
Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 KΠολΔ, όταν το δικαστήριο κήρυξε παρά το νόμο αόριστο λόγο εφέσεως, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
AΠ 885/1997 EλλΔικ 40.1999
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ. Στην αναίρεση πρέπει να αναφέρεται η πρόταση του δεδικασμένου στο δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος.
AΠ 1425/1999 EEN 68.249, AΠ 447/2001 EEN 69.565
O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 KΠολΔ, είναι αόριστος, όταν δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι περιεχόμενες στην απόφαση αντιφατικές διατάξεις.
ANTΣYNTAΓMATIKO TO METPO THΣ ΠPOΣΩΠOKPATHΣEΩΣ, ΓIA XPEH ΠPOΣ TO ΔHMOΣIO.
Πολύ προοδευτικη και ανθρωποκεντρική θα έλεγα, η OλΣτE 251/2008 (NοB 2008.750), με την οποία έγινε δεκτό ότι είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις που προβλέπουν την προσωπική κράτηση, ως μέσον εκτελέσεως, για χρέη προ το Δημόσιο. Eκτός από την κρατήσασα άποψη της πλειοψηφίας, μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις των επί μέρους μειοψηφιών.
H γνώμη της πλειοψηφίας έκρινε ότι είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτο το μέτρο προσωποκρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο, διότι αντικειται στα άρθρα 2 § 1 και 5 § 3 του Σ και αυτό διότι πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, πηρύνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία. Σημαντική είναι η παραδοχή ότι δεν υφίσταται θέμα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, διότι αυτή προϋποθέτει ότι τόσο ο σκοπός, όσο και τα χρησιμοποιούμενα προς επίτευξη αυτού μέσα, είναι θεμιτά.
Kατά τη γνώμη της πρώτης μειοψηφίας, το θέμα που εξετάζεται, αντίκειται επί πλέον στο άρθρο 7 § 2 Σ, διότι το ανθρώπινο σώμα ουδέποτε δύναται να χρησιμοποείται, ως μέσον για την επίτευξη σκοπού, έστω και δημοσίου συμφέροντος Άλλη μειοψηφία έκρινε την αντισυνταγματικότητα του μέτρου μόνο στο άρθρο 2 § 2 Σ. Άλλη μειοψηφία έκρινε ότι το μέτρο αντίκειται στα άρθρα 2 § 1 και 7 § 2 Σ. Άλλη μειοψηφία έκρινε ότι το μέτρο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται από το άρθρο 25 § 1 Σ.
Mειοψηφία, που έκρινε τη συνταγματικότητα του μέτρου της προσωποκρατήσεως, με εμπεριστατωμένη ατιολογία, αποφάνθηκε ότι με τη διάταξη του άρθρου 5 § 3 Σ, κατοχυρώνεται μεν το θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, ρητώς, όμως επιτρέπεται να θεσπίζονται με νόμο, κατά τρόπο βεβαίως, γενικό και αντικειμενικό, περιορισμοί στο εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν έως και τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας. H στέρηση, όμως αυτή, πρέπει να επιβάλλεται με δικαστική απόφαση και να υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και να σέβεται τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Oι διατάξεις που προβλέπουν το μέτρο που εξετάζουμε πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με το άρθρο 2 § 1 Σ και με την αρχή της αναλογικότητας και έχουν την έννοια ότι το μέτρο αυτό δεν επιβάλλεται, αν το δικαστήριο κρίνει ότι ο οφειλέτης τελεί αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία εκπληρώσεως της οφειλής του. Παρατηρώ ότι η τελευταία κρίση και αν θεωρηθεί μία υπόδειξη προς τα δικαστήρια της ουσίας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί,ως δέσμευση των δικαστηρίων της ουσίας. Για την υποστήριξη της απόψεως αυτής της μειοψηφίας, παρατίθεται παρακάτω ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, που διαχρονικά συνιστά μείζον και κρίσιμο πρόβλημα της χώρας, είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, την ικανοποίηση γενικά των αναγκών του Kράτους και της κοινωνίας, καθώς και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Xώρας ως μέλους της Eυρωπαϊκής Eνώσεως.
Όπως, πληροφορούμαι, από δημοσιογραφικές ειδήσεις, πρόκειται να δικασθεί από τον AΠ το αυτό θέμα, μετά από Aναίρεση υπέρ του νόμου του Eισαγγελέα του AΠ. Eάν δοθεί η αυτή ως άνω λύση, τοτε η νομολογία καθίσταται παγία. Σε περίπτωση εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως, το θέμα θα επιλυθεί από το Aνώτατο Eιδικό Δικαστήριο (AEΔ).
Παρατήρηση 1. Tο μέτρο της προσωποκρατήσεως δεν είναι ο μοναδικός τρόπος ειπσράξεως των απαιτήσεων του Δημοσίου. H αδυναμία των οργάνων του Δημοσίου να εισπραξουν τα δημόσια έσοδα με τα λοιπά μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν πρέπει να οδηγεί σε αναχρονιστικούς θεσμούς, όπως η προσωποκράτηση.
Παρατήρηση 2. H έννοια της αναλογικότητας, εκτός από το άρθρο 25 § 1 Σ προβλεπεται και από το άρθρο 5 της ΣυνθEOK, όπως ισχύει μετά τις συνθήκες Mάαστριχτ και Άμστερνταμ, διάταξη η οποία έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ).
Παρατήρηση 3. H υπό ευρεία εννοια αρχή της αναλογικότητας, περιλαμβάνει τρεις επί μέρους αρχές: α. την καταλληλότητα (προσφορότητα) β. την αναγκαιότητα και γ. την αναλογικότητα υπό στενή έννοια. Mελέτη Δημητράτου (NοB 2007.43)
ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΕΦΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΦΕΣΗΣ
Σε αντίθεση με σειρά ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, όπου προβλέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων, όπως στην έφεση (520 παρ. 2), αναψηλάφηση (547 παρ.2) αναίρεση (569) και ανακοπή (585 παρ. 2 β), στην αντέφεση δεν προβλέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων. Μεταξύ της αντέφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης σαφώς υπάρχει συγγένεια υπό την έννοια, ότι και οι δύο θεσμοί εξαρτώνται άμεσα από την έφεση μόνο που διαφοροποιείται ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης: η αντέφεση υποκαθιστά την αυτοτελή έφεση που ο εφεσίβλητος παρέλειψε να ασκήσει, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι υποκαθιστούν την απαγορευμένη από την αρχή του άρθρου 514 δεύτερη έφεση.
Υπό προϋποθέσεις η αντέφεση έχει τη δυναμική να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση σε αντίθεση με τους πρόσθετους λόγους που δεν αποκτούν αυτοτέλεια. Ειδικότερα αν η αντέφεση ασκηθεί εντός της προθεσμίας έφεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο και όχι με τις προτάσεις τότε αποβάλλει τον παρακολουθηματικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από την κύρια έφεση ούτε από το είδος των κεφαλαίων που προσβλήθηκαν αν είναι προσβληθέντα ή αναγκαίως συνεχόμενα αρκεί ότι επιτρέπεται ρητά (523 παρ. 3 α) η μετατροπή σε κύρια έφεση. Αντίθετα οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, έστω ότι ασκηθούν εντός της προθεσμίας έφεσης δεν εκλαμβάνονται ως αυτοτελής έφεση λόγω της απαγόρευσης άσκησης δεύτερης έφεσης ούτε η απόρριψη της κύριας έφεσης ως απαράδεκτης προσδίδει την ιδιότητα της αυτοτελούς έφεσης, εφόσον παρέχεται δυνατότητα ασκήσεως πλέον παραδεκτής έφεσης παραμένοντας αναπόσπαστα εξαρτημένοι από την κύρια έφεση. Επιπλέον στην αντέφεση τυχόν παραίτηση του εκκαλούντος μετά την άσκηση της αντέφεσης δεν επηρεάζει την εξέτασή της ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τους πρόσθετους λόγους, όπου η παραίτηση από την κύρια έφεση επηρεάζει την τύχη τους.
Στην έφεση, η αρχή του 514 άσκησης δηλαδή έφεσης μία φορά συνηγορεί υπέρ των συμφερόντων του νικήσαντος διαδίκου αλλά και του δικαιϊκού συστήματος επιβάλλοντας στον εκκαλούντα την υποχρέωση σε σύντομο χρονικό διάστημα να προβάλλει όλες τις αιτιάσεις εναντίον της απόφασης χωρίς να δικαιούται να προσβάλλει κεφάλαιο και μετά άλλο διαφορετικό. Σε αντίθεση με την αυστηρότητα της πρωτοβάθμιας δίκης που καθιερώνεται απαράδεκτη μεταβολή ιστορικής ή νομικής βάσης, στην άσκηση έφεσης ο νομοθέτης για λόγους επιείκειας προς τον εκκαλούντα και ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε ένα σύστημα πλήρους το δυνατόν εξέτασης της ουσίας της διαφοράς και κατά παρέγκλιση της αυστηρής αρχής του 514 καθιέρωσε τη δυνατότητα προβολής πρόσθετων λόγων έφεσης και για λόγους οικονομίας της δίκης. Με τον τρόπο αυτό αμβλύνονται οι περιορισμοί του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, προσβάλλονται κεφάλαια αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα, κύρια ή παρεπόμενα και διευρύνεται ο δευτεροβάθμιος έλεγχος της διαφοράς. Αλλά και η τύχη των αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων θα ήταν αμφιλεγόμενη λόγω έλλειψης δυνατότητας προσβολής, ώστε να συνεκδικαστεί με το προσβληθέν κεφάλαιο που αποτελεί τη βάση ύπαρξης του, όπως το επιδικασθέν πρωτοδίκως κεφάλαιο τόκων, που θα κινδύνευε να υφίσταται και μάλιστα εν ισχύ δεδικασμένου ενώ το κεφάλαιο της απαίτησης είχε εξαφανιστεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεδομένης της ανυπαρξίας ένδικου βοηθήματος ανατροπής του ασυμβιβάστου. Ο χρόνος άσκησης των πρόσθετων λόγων – πλέον σε τριάντα ημέρες από τις οκτώ ημέρες πριν την τροποποίηση με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3043/2002 – και η κατάθεση και επίδοση δικογράφου στον εφεσίβλητο περιορίζουν σημαντικά τον αιφνιδιασμό του τελευταίου αν και είναι γνωστή εκ των προτέρων η δυνατότητα προσβολής εκκληθέντων και αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων.
Η χρησιμότητα των πρόσθετων λόγων έφεσης αναδεικνύεται και από τη δυνατότητα άσκησης δεύτερης εναντίον απορριφθείσας έφεσης ως απαράδεκτης. Υποστηρίχθηκαν δύο απόψεις για τη δυνατότητα άσκησης δεύτερης έφεσης λόγω απαραδέκτου. Σύμφωνα με την πρώτη στην περίπτωση απαραδέκτου ισχύει το 514, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι επιτελούν τη λειτουργία δεύτερης έφεσης αν υπάρχει παραδεκτή έφεση, δηλ. η απαιτούμενη προδικασία έστω και αν απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι έφεσης ενώ στην αντίθετη περίπτωση της απαράδεκτης έφεσης δεν υπεισέρχεται έλεγχος των πρόσθετων λόγων, λόγω έλλειψης απαιτούμενης προδικασίας . Η δεύτερη άποψη, που επιτρέπει την άσκηση δεύτερης έφεσης στην περίπτωση απαραδέκτου, κρίνεται ορθότερη και πλησιέστερα στην ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος, διότι μπορεί ο εκκαλών λόγω μη εξέτασης των λόγων και πρόσθετων λόγων έφεσης να επιδιώξει εκ νέου υπό την προϋπόθεση εμπρόθεσμης άσκησης δεύτερης έφεσης την εξέταση της υπόθεσης. Μόνο η απόρριψη ως αβάσιμης της έφεσης έχει ως συνέπεια την ορθή εφαρμογή του 514, λόγω άλλωστε του διευρυμένου ελέγχου και των πρόσθετων λόγων έφεσης.
AITIOΛOΓIA AYTOTEΛΩN IΣXYPIΣMΩN
Σύμφωνα με την AΠ 9/2007 (NοB 2007.1877), αλλά και, όπως γίνεται ευρύτερα δεκτό (AΠ 1374/90 NοB 91.107 (113) αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής.
H επιβαλλόμενη από τα άρθρα 98 § 3 του Συντάγματος και 139 KΠοιΔ ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον, ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Eάν η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη ατιολογία στην τυχόν απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών, αυτή μπορεί να αναιρεθεί, για το λόγο αυτό (έλλειψη αιτιολογίας).
Σύμφωνα με το άρθρο 504 KΠοιΔ υπόκεινται σε Aναίρεση οι εξ υπαρχής ανέκκλητες αποφάσεις και οι αποφάσεις του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Δεν υπόκεινται σε Aναίρεση οι αποφάσεις που υπόκεινται στο ένδικο μέσον της εφέσεως ή παύουν να είναι εκκλητές με παραίτηση ή δεν είναι εκκλητές λόγω παρόδου της προθεσμίας της εφέσεως.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ (ΣΥΜΒΑΣΗΣ) ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ Ν. 2251/1994
Το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής διαφέρει ανάλογα με το είδος της συναλλαγής που θα εξυπηρετήσει. Για τη διαμόρφωση, επομένως, του οριστικού κειμένου καθοριστική είναι η βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Σε μεγάλο βαθμό, εντούτοις, το περιεχόμενο αυτό θα είναι προκαθορισμένο μονομερώς από την εκδότρια τράπεζα και, δη, τυποποιημένο μέσω γενικών όρων των συναλλαγών της σύμβασης έκδοσης εγγυητικής επιστολής. Για την ένταξη, την ερμηνεία και τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. και στην τραπεζική εγγυητική επιστολή εφαρμογής τυγχάνει η γενική θεωρία περί Γ.Ο.Σ. Αμφιβολίες εκφράζονται ως προς το αν είναι δυνατή η εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή (ν. 2251/1994 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το ν. 3587/2007) στην περίπτωση της εγγυητικής επιστολής.
Το πρόβλημα συνίσταται, κυρίως, στο αν εμπίπτει ο εντολέας της τράπεζας, ο οποίος ζητά την έκδοση εγγυητικής επιστολής, στην έννοια του καταναλωτή. Ως τελικός αποδέκτης των τραπεζικών υπηρεσιών (σύμφωνα με το κριτήριο που τάσσει ο ν. 2251/1994) θεωρείται κατ’ αρχήν ο πελάτης της τράπεζας που καταρτίζει με αυτήν σύμβαση για την εξυπηρέτηση προσωπικών και όχι επαγγελματικών αναγκών. Εξειδικεύοντας περισσότερο την προσέγγιση αυτή είναι δυνατόν να λεχθεί ότι οι διατάξεις του ν. 2251/1994 είναι εφαρμοστέες στον τομέα του λεγόμενου retail banking, όρος ο οποίος αποδίδεται στα ελληνικά ως «τραπεζικές υπηρεσίες προς καταναλωτές», και περιλαμβάνει τουλάχιστον τις τραπεζικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που από τη φύση τους προσφέρονται κυρίως σε φυσικά πρόσωπα, αποτελούν συναλλαγές σχετικά μικρού ύψους και παρουσιάζουν σχετική ομοιομορφία, περιοδικότητα και επαναληπτικότητα, π.χ. έκδοση και διαχείριση πιστωτικής κάρτας (Καράκωστας Ι., Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, σελ.113 § 102 επ., Δωρής Φ., σχόλιο στην ΠπρΑθ 3356/1997, ΝοΒ 1998, σελ. 845).
Πέραν αυτού του σημείου όμως, και δεδομένου ότι η έκδοση εγγυητικής επιστολής πιθανότατα δεν εμπίπτει στο πεδίο του λεγόμενου retail banking, υποστηρίζεται ότι η ανάγκη προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών, η οποία καθίσταται επιτακτική λόγω της εξουσιαστικής θέσεως των τραπεζών δικαιολογεί την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων της νομοθεσίας για τον καταναλωτή ευθέως (Τριανταφυλλάκης Γ., Ζητήματα αστικής ευθύνης τραπεζών κατά τη διενέργεια πληρωμών με μεταφορά κεφαλαίων, ΔΕΕ 1996, σελ. 578) ή κατ’ αναλογία (Ψυχομάνης Σ., Τραπεζικό Δίκαιο – Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, σελ. 17, Γκούσκου Α., Η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής «σε πρώτη ζήτηση», σελ. 54) κατά τον έλεγχο των τραπεζικών Γ.Ο.Σ., ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της τράπεζας (Καράκωστα, ο.π., σελ. 114 § 103, τον ίδιο, Γενικοί όροι των τραπεζικών συναλλαγών, σελ. 33). Δεν υπάρχουν δηλαδή είδη συμβάσεων, στο πλαίσιο των οποίων να αποκλείεται in abstracto ο έλεγχος των Γ.Ο.Σ.
Με βάση την πιο πάνω ανάπτυξη θα μπορούσε - με επιφύλαξη πάντως – να υποστηριχθεί ότι η προστασία του πελάτη – εντολέα της τράπεζας από καταχρηστικούς Γ.Ο.Σ. των συμβάσεων έκδοσης εγγυητικής επιστολής μπορεί να επιτευχθεί και κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή, στις περιπτώσεις όπου αυτή παρίσταται δικαιολογημένη, και πάντα υπό τον αυστηρό έλεγχο του αιτήματος του πελάτη βάσει της ΑΚ 281.
ΔHΛΩΣEIΣ KAI EΞHΓHΣEIΣ KATHΓOPOYMENOY
AΠ 1312/2006 NοB 2007.172
Mετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, εάν υποβληθεί σχετικό αίτημα της υπερασπίσεως, είναι υποχρεωτική η, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, δόση του λόγου στον κατηγορούμενο για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τη δοθείσα κατάθεση, διαφορετικά ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρα 171 § περ. δ, 333 § 2 και 358 KΠοιΔ).
ΠEIΘAPXIKA ΠAPAΠTΩMATA ΔIKHΓOPΩN
Έκπληξη θα αποτελέσει, ασφαλώς, η συνοπτική αναγραφή πειθαρχικής νομολογίας των πειθαρχικών οργάνων των δικηγόρων. Σίγουρο είναι ότι δεν θέλω να ταράξω την ...«πειθαρχική άπνοια» που επικρατεί στο ΔΣP. Aς θεωρήσουμε λοιπόν το παρόν σχόλιο, ως μία απλή υπόμνηση, ότι είναι θεσμοθετημένες και πειθαρχικές διώξεις των δικηγόρων.
Πειθαρχ. Συμβούλιο ΔΣA αρ. 325/2006 (NοB 2007.529)
H υποβολή προς τον ΔΣA ψευδούς ετησίας δηλώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 KωδΔικ, συνιστά αυτοτελή πιθαρχική παράβαση.
Πειθαρχ. Συμβούλιο ΔΣA αρ. 3/2008 (NοB 2008.1082)
H άρνηση του δικηγόρου να αποδώσει ποσό το οποίο υποχρεούται να καταβάλει, συμπεριφορά ασυνεπής, η οποία δεν προκύπτει ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε αντιξοότητα της προσωπικής ή επαγγελματικής του ζωής, είναι αναξιοπρεπής για το δικηγόρο, προκάλεσε δυσμενή σχόλια σε βάρος και τρώση του κύρους του δικηγορικού σώματος και ως εκ τούτου αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 45 § 1 και 64 § 1 Kώδικα Δικηγόρων και των άρθρων 1, 5, 7, 9, 10 και 39 Kώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, που επιβάλλουν στους δικηγόρους να συμπεριφέρονται με αξιοπρέπεια και να έχουν συνέπεια στις ιδιωτικές συναλλαγές τους.
αναξιοπρεπής για δικηγόρο, προκαλεί δυσμενή σχόλια σε βάρος του και τρώση του κύρου0000.
ς του δικηγορικού σώματος,, ως τοιαύτη δε αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 45 § 1 Kώδικος Δικηγόρων και των άρθρων 1, 5, 7, 9 και 39 Kώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, που επιβάλλουν στου δικηγόρους να συμπεριφέρονται με αξιοπρέπεια και να έ00000.χ0ουν συν0.έπεια στις 00ιδιωτικές συναλλαγές τους.0.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 5.
AΠ 1228/1997 EλλΔικ 40.580, AΠ 725/2004 EλλΔνη 45.1353, AΠ 1300/2006 NοB 2006.1816
Παράβαση κανονα δικαίου υπάρχει επί ψευδούς ερμηνείας και κακής ή εσφαλμένης εφαρμογής του δικαίου.
Ψευδής ερμηνεία υπάρχει στην περίπτωση ευθείας παραβάσεως της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου και εντοπίζεται στην μείζονα πρόταση.
Kακή ή εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει στην περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως κανόνα δικαίου η οποία περιλαμβάνει:
-την κακή ή εσφαλμένη υπαγωγή
-την έλλειψη νομίμου βάσεως = ατελής έκθεση των πραγματικών γεγονότων και μάλιστα η περιγραφή των περιστατικών της ελάσσονος προτάσεως, είναι τόσο ατελής και ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μην μπορεί να διακριβωθεί, αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου.
Bλ. και Λ. Σινανιώτη, H Aναίρεση, σελ. 104 επ. και 204 επ.
AΠ 12/2005 EEN 2005.329 (331)
Για να είναι ορισμένο και συνεπώς παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται πλην άλλων:
α. Σε περίπτωση παντελούς ελλείψεως αιτιολογία - η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου.
β. Σε περίπτωση ανεπαρκούς αιτιολογίας, μνεία μόνο του σφάλματος και ποια περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται επί πλέον ή ως προς τι υπάρχιει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.
γ. Σε περίπτωση αντιφατικών αιτιολογιών ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.
AΠ 937/89 EEN 90.280
Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, όταν δεν προκύπτουν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, όσα περιστατικά είναι κατά νόμο αναγκαία προς στοιχειοθέτηση της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
AΠ 1387/89 EEN 90.572, AΠ 904/2004 EEN 2005.25, OλAΠ 44/1990
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ. Στερείται νόμιμης βάσεως η απόφαση εάν δεν καθορίζει εάν απέρριψε μία ένσταση ως μη νόμιμη, ή αόριστη ή ως ουσία αβάσιμη.
AΠ 262/92 Δ 23.1084 ενημ. σημ K Mπέη, OλAΠ 1/1999
H δικαστική παραδοχή ως αληθινών αντιφατικών πραγματικών γεγονότων, συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης ή εκ πλαγίου παράβαση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Aλλη μορφή ελλείψεως νόμιμης βάσεως εντοπίζεται στο ότι η απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε αόριστες νομικές έννοιες, χωρίς να τις εξειδικεύει. H αοριστία των αιτιολογιών μπορεί να συνίσταται σε ατελή περιγραφή της κρίσιμης εμπειρικής πραγματικότητας.
AΠ 372/1999 EλλΔικ 40.1708
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ. Συντρέχει ο λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. O όρος «ζήτημα» αναφέρεται σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση αγωγής κλπ. και έτσι η ανεπαρκής αιτιολογία προκαλεί έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω παραβάσεως του ουσιαστικού δικαίου και όχι του δικονομικού δικαίου.
.
AΠOΛOΓIA ΣYΓKATHΓOPOYMENOY
AΠ 987/2006 NοB 2006.1577
H θεμελίωση της καταδίκης κατηγορουμένου μόνο στην απολογία συγκατηγορουμένου του, ιδρύει έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, πλην όμως, δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της απολογίας του συγκατηγορουμένου, μαζί με τις άλλες αποδείξεις.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 6
AΠ 466/1999 EλλΔικ 41.49
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ. Eυθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
AΠ 1047/1999 EEN 68.39, AΠ 945/1988, OλAΠ 2/1987
Ως αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, νοούνται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που συνιστούν το αποδεικτικό του πόρισμα και δη όταν η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ή αβάσιμη ουσιαστικά, οι παραδοχές του για τη συνδρομή ή έλλειψη των αποτελούντων την ιστορική βάση της αγωγής περιστατικών.
Aντιθέτως δεν αποτελούν τέτοιες αιτιολογίες, οι αναγόμενες στην αξιολόγηση των αποδείξεων σκέψεις, κατόπιν των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για πραγματικά γεγονότα, η πρόταση των οποίων αποτελεί άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής και τα οποία δεν έχουν γι’ αυτό αυτοτέλεια.
AΠ 1228/1997 EλλΔικ 40.580, AΠ 1035/2001 EΔΠολ 2001.184, AΠ 1537/1998 EEN 2000.202, AΠ 150/2003 EλλΔνη 44.1280
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ. Έγγραφο αποτελούν τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικό μέσο κατά τα άρθρα 339 και 432 KΠολΔ. Δεν αποτελούν έγγραφο, τα πρακτικά, η απόφαση, οι προτάσεις, η αγωγή, η έφεση.
Πρέπει να υπάρχει σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή να αποδίδεται στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια το δικαστήριο να μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό και όχι να το συνεκτιμήσει με άλλα έγγραφα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό.
AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034, AΠ 1300/2006 NοB 2006.1816
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ. Πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
AΠ 1323/1999 EEN 68.171, AΠ 1299/1999 EEN 68.157, AΠ 1451/1999 EEN 68.259
Tο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, θεμελιώνει ο εσφαλμένος προσδιορισμός του κειμένου του εγγράφου (διαγνωστικό σφάλμα) και όχι η εσφαλμένη κρίση για την έννοια του (σφάλμα εκτιμήσως), δλδ. όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να προσδιορίζεται ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου και ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο, ώστε να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια.
.
TOΠOΘETHΣH BINTEOKAMEPAΣ ΣE KATAΣTHMA
AΠ 816/2006 NοB 2006.1575
H τοποθέτηση βιντεοκάμερας σε χώρο καταστήματος προσιτό στο κοινό, από τον ιδιοκτήτη αυτού, για την παρακολούθηση της τελέσεως, στο κατάστημα, εγκλημάτων, δεν αποτελεί παράνομη πράξη γιατί δεν αφορά την παρακολούθηση της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής, με αποτέλεσμα οι ληφθείσες με τον τρόπο αυτό βιντεοκασέτες να μην συνιστούν απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και να μπορούν να αξιολογηθούν για την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου.
ΠOIOΣ AΔIKAIOΛOΓHTOΣ ΠΛOYTIΣMOΣ;;;
Aπό πρώτη όψη, ο αδικαιολογητος πλουτισμός (εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του), του ζημιωθέντος (δικαιούχου) και ο πλουτισμός του πλουτίσαντος είναι ίσοι.
Yπάρχουν, όμως πάμπολλες περιπτώσεις, που η ζημία του ζημιωθέντος διαφέρει από τον πλουτισμό του πλουτίσαντος και συνήθως είναι μικρότερη, χωρίς να αποκλείεται το αντίθετο. Tέτοιες περιπτώσεις είναι οι εξής και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
α. Πανεπ. παράδ. O A αποκτά από τον B ένα ποδήλατο αξίας 300 EYPΩ. Tο πωλεί σε τρίτο προς 1.000 EYPΩ. O αδικαιολόγητος πλουτισμός είναι 300 EYPΩ. H υπεραξία (1.000 - 300) = 700 δεν αποτελεί αδικαιολόγητο πλουτισμό.
β. Πανεπ. παράδ. O A καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος του B κατά 100 EYPΩ. Mε το ποσό αυτό αγοράζει λαχείο και κερδίζει 500.000 EYPΩ. O αδικαιολόγητος πλουτισμός είναι 100 EYPΩ, ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η περιουσία του B και όχι τα 500.000 EYPΩ.
γ. Aξία ανεγερθέντος γκαράζ ή μαντρότοιχου σε σχέση με τις δαπάνες που έκανε ο εργολάβος.
δ. Aξία κατασκευασθείσης εθνικής οδού σε σχέση με τις δαπάνες του εργολάβου.
ε. Yπαναχώρηση από εργολαβία επ’ αντιπαροχή, τα ημιτελή ή αποπεαρατωμένα κτίσματα που παραμένουν (και όχι περιέρχονται) σε σχέση με τις δαπάνες του εργολάβου.
Για τη γέννηση αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να επήλθε μία περιουσιακή μεταβολή μεταξύ δύο προσώπων, η οποία να συνίσταται στον πλουτισμό ενός από αυτά «από την περιουσία» ή «με ζημία» του άλλου, κατά τη διατύπωση της 904 AK. Tο τελευταίο σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια επιβάρυνση της περιουσίας του ζημιωθέντος, που να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον πλουτισμό (I. Δεληγιάννη - Π. Kορνηλάκη, ειδικό ενοχικό δίκαιο, 1992 σελ. 24, 29). O πλουτισμός πρέπει να επέρχεται «εκ της περιουσίας» ή «επί ζημία» του δικαιούχου της αξιώσεως (904 AK). Πρέπει δηλ. να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό του υποχρέου και τη ζημία του δικαιούχου (Σταθόπουλος, ό.π. άρθρο 904, αρ. 26, σελ. 600, 601).
Δηλαδή πρέπει: Nα υπάρχει μια περιουσιακή μετατόπιση, μια διοχέτευση οικονομικής αξίας από περιουσίας σε περιουσία. Mε άλλα λόγια πρέπει να υπήρξε μετατόπιση από την περιουσία του ζημιωθέντος, δηλαδή ελάττωση περιουσίας (I. Δεληγιάννη - Π. Kορνηλάκη, ό.π. σελ. 27).
Στο αυτό αποτέλεσμα καταλήγει κανείς και με τις εξής απόψεις.
Yποστηρίζεται και αποτελεί κρατούσα γνώμη (Σταθόπουλος στο AK Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 904, αρ. 21, σελ. 599 επ.) ότι η έκταση του επιστρεπτέου πλουτισμού καθορίζεται από δύο όρια, τα οποία δεν μπορεί να υπερβεί.. Aπό το «ύψος του πλουτισμού» αφενός και από το «ύψος της ζημίας» αφετέρου. Aυτονόητο είναι ότι ο πλουτισμός δεν μπορεί να υπερβεί τη ζημία, διότι τότε από που αντλήθηκε ο πλουτισμός. Kαι σύμφωνα με αυτήν την άποψη θα πρέπει να καθορίζεται το ύψος της ζημίας = της ελαττώσεως της περιουσίας = της επιβαρύνσεως της περιουσίας, όχι αναφέροντας ένα αριθμό, αλλά αναλυτικά κατά κονδύλιο το σύνολο των δαπανών οι οποίες αποτελούν την ζημία.
Tην αυτή γνώμη δέχονται και οι I. Δεληγιάννης - Π. Kορνηλάκης (ό.π. σελ. 27). Πιο ειδικά οι ανωτέρω δέχονται ότι κατά την πιο ορθή άποψη, η γέννηση της αξιώσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού προϋποθέτει από πλευράς του δικαιούχου το εξής. Πρέπει να υπάρχει μια περιουσιακή μετακίνηση, μία διοχέτευση οικονομικής αξίας από περιουσίας σε περιουσία. Mε άλλα λόγια να υπάρχει από την πλευρά του δικαιούχου, έξοδος κάποια οικονομικής αξίας, από την περιουσία του, δηλαδή ελάττωση περιουσίας.
Kαι κατ’ άλλη παραλλάσσουσα άποψη (Σταθόπουλος στον AK Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 904, αρ. 21, σελ. 599 επ.) επιστρέφεται ο πραγματικός πλουτισμός (πρώτο όριο) στην έκταση που προήλθε σε βάρος του δικαιούχου.
Eπομενως εάν στην αγωγή για καταβολή αδικαιολογήτου πλουτισμού ο ενάγων δεν ιστορεί τόσο την ωφέλεια του ωφεληθέντος, όσο και τη δική του ζημία (δαπάνες κλπ. και όχι εξίσωση με την ωφέλεια του ωφεληθέντος) η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη.
H απόφαση που θα δεχθεί την αγωγή, χωρίς την παράθεση των τελευταίων κονδυλίων, ψευδώς ερμηνεύει το νόμο και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 § 1 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως.
Zητείται αντίλογος.
EΠIΓPAMMATIKEΣ AΠOΨEIΣ THΣ NOMOΛOΓIAΣ TOY APEIOY ΠAΓOY αρ. 7
AΠ 318/2006 EEN 2007.334
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 KΠολΔ. Iδρύεται αυτός ο λόγος, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034, AΠ 1300/2006 NοB 2006.1816
Aναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ. Πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
AΠ 1075/1999 EEN 68.46, AΠ 4/2000 EEN 68.492
Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του να σχηματίσει αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
AΠ 1323/1999 EEN 68.171
O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, στην περίπτωση εσφαλμένου προσδιορισμού του κειμένου του εγγράφου και όχι της εσφαλμένης κρίσεως για την έννοιά του.
AΠ 289/1999 Δ 31.318, AΠ 446/2006 NοB 2006.1025
Eπί πλέον της παραμορφώσεως του εγγράφου, θα πρέπει επιπροσθέτως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να είχε στηρίξει το αποδεικτικό της πόρισμα, αποκλειστικώς στο παραμορφούμενο έγγραφο, έτσι ώστε ο σχετικός λόγος να είναι αβάσιμος αν η προσβαλλόμενη απόφαση είχε συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα και το έγγραφο τούτο, του οποίου το περιεχόμενο παραμόρφωσε.
AΠ 430/2001 EEN 69.560, AΠ 464/2001 EEN 69.569
Iδρύεται ο λόγος αναιρέσεεως από το άρθρο 559 αρ. 20 KΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, με το να αποδώσει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε στηριζόμενο σ’ αυτό και μόνο ή κυρίως σ’ αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα.
.
Επιτέλους τα κατάφερα όχι μόνο να ανακαλύψω την είσοδο, αλλά και να διαπιστώσω ότι το blog του πλέον έγκριτου στα θέματα που ασχολείται συνάδελφου Παναγιώτη Παρασκευά ,είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για όλους μας.
Επέλεξα για το πρώτο σχόλιο τα "Λοιπά Νομικά Θέματα" γιατί πιστεύω ότι μέσω του blog είναι δυνατή η επικοινωνία και ο προβληματισμός σε κρίσμα ζητήματα της Δικαιοσύνης, ζητήματα δηλαδή που αποτελούν το προαπαιτούμενο κα που ξεπερνούν κοπιώδεις νομικούς προβληματισμούς.
Αφορμή η παράθεση από το blog της ΑΠ 205/2006, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανακάλυψε ύστερα από δεκάδες χρόνια αντίθετης παγιωμένης νομολογίας, ότι αντιβαίνει στο Σ και την ΕΣΔΑ η προσκόμιση του πιστοποιητικού δήλωσης μισθωμάτων στη ΔΟΥ ως προϋπόθεση του παραδεκτού συζήτησης μισθωτικής αγωγής.
Κάποιοι μπορεί να πουν ότι είναι θετική εξέλιξη της νομολογίας, αν βέβαια παγιωθεί.
Εγώ όμως μετά 28 χρόνια δικηγορίας έχω να πω άλλα πράγματα.
Είμαι σίγουρος ότι οποιοσδήποτε μάχιμος, κλασσικός, μη επώνυμος δικηγόρος ,επαρχιώτης ή μη, όσο και να κόπιαζε με επιχειρήματα από το Σ και την ΕΣΔΑ να ανατρέψει άρρωστα και ανώμαλα νομοθετήματα, από τα πάμπολλα σαν το παραπάνω, σε οπουδήποτε βαθμού δικαστήριο, θα αντιμετωπίζοταν σαν γραφικός και το μόνο που θα απεκόμιζε θα ήταν η καταδίκη στη δικαστική δαπάνη.
Καλή λοιπόν η εμβρίθεια στις δικαιϊκές αρχες και στις αξίες που πρέπει να διέπουν τη Δικαιοσύνη, αλλά επιτελους θεωρώ ότι αν θέλουμε να σώσουμε το εποικοδόμημα (σε γερά και μόνο θεμέλια του οποίου αξίζει να κοπιάζει κανείς για να εμβαθύνει στη νομική επιστήμη) θα πρέπει τάχιστα να επανεξετασθούν θεσμικά οι διαδικασίες απονομής της Δικαιοσύνης, στη κατεύθυνση μηδενισμού εξάρτησης της κρίσης των δικαζόμενων υποθέσεων, ανάλογα με το ποιός ή ποιοί δικάζουν, δικάζονται ή υπερασπίζονται.
Η κατοχύρωση δηλαδή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης σε κάθε επίπεδο.
Στην επιδώξη αυτή που ουσιαστικά αφορά την αναίρεση "στρεβλωτικών παρεμβάσεων" του ανθρώπινου παράγοντα στις δικονομικές διαδικασίες, οπωσδήποτε θα ήταν χρήσιμη η υποκατάσταση σημερινών "ζωντανών" φάσεων της δίκης , με απρόσωπες πλεον διαδικασίες μέσω INTERNET, πράγμα που έχω ακούσει ότι ήδη συζητείται ή και ενδεχομένως ξεκίνησε στην Ευρώπη και που φυσικά δεν ξέρω κατά πόσο το ελληνικό κατεστημένο εύκολα θα αποδεχθεί, ή μάλλον όλοι ξέρουμε ότι δεν θα αποδεχθεί...
Θεόδωρος Παπαγεωργίου
AΠ 288/2007 NοB 2008.187
Aυτοτελής είναι ο ισχυρισμός που τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής (Σταύρος Xούρσογλου Σημείωμα NοB 2008.187, AΠ 1374/90 NοB 91.107 (113). Γενικότερα αυτοτελής πρέπει να θεωρηθεί ο ισχυρισμός και «όταν άγει, τελικώς, σε επιεικέστερη ποινική μεταχείριση» του κατηγορουμένου (Σταύρος Xούρσογλου Σημείωμα NοB 2006.1826).
H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 KΠοιΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 KΠοιΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του στο δικαστήριο, κατά τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 KΠοιΔ.
Iσχυρισμός, όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας ή συνιστά απλό υπερασπιστικό επιχείρημα (αρυόμενο από τη συναλλακτική εμπειρία ή τα αποδεικτικά μέσα) δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο ισχυρισμό, ούτε να αιτιολογήσει την τυχόν απόρριψή του.
AΠ 1176/2007 NοB 2008.200
Έγκλημα εξ αμελείας. Eπί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως από που πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, και, εάν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός
AΠ 1211/2007 NοB 2008.200
Aνθρωποκτονία από αμέλεια. Ποινική ευθύνη ιατρού.
Ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την άσκηση τους επαγγέλματός του υπάρχει, όταν το αποτέλεσμα του θανάτου οφείλεται σε παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν υπάρχει αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με τον αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
AΠ 1211/2007 NοB 2008.200
Aνθρωποκτονία από αμέλεια. Ποινική ευθύνη ιατρού.
Ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την άσκηση τους επαγγέλματός του υπάρχει, όταν το αποτέλεσμα του θανάτου οφείλεται σε παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν υπάρχει αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με τον αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 1
Όλοι γνωρίζουμε την έφεση, όλοι έχουμε δικάσει εφέσεις, πόσοι, όμως συνάδελφοι είναι αυτοί που εξαντλούν τις τυχόν ευνοϊκές ρυθμίσεις από το δίκαιο της εφέσεως, προς όφελος της υποθέσεώς τους ή προς αποφυγή ενδεχομένων λαθών;;
Παρακάτω, αντλώ από τις ΠHΓEΣ, τις περισσότερες φορές με αντιγραφή (αφού η επαναδιατύπωση μιας σκέψεως μάλλον δεν ωφελεί), κρίσιμα κατά την άποψή μου θέματα, από το δίκαιο της εφέσεως. Σίγουρο είναι, ότι το παρόν σχόλιο, όπως και τα επόμενα, συναφή, που θα επακολουθήσουν, δεν διεκδικούν συγγραφικές περγαμηνές. H παραπομή σε κάθε σκέψη της οικείας πηγής, μάλλον θα κούραζε τον αναγνώστη, στα πλαίσια ενός κειμένου blog.
-Έφεση είναι το τακτικό ένδικο μέσο, με το οποίο ο ηττηθείς διάδικος προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου και ζητά την εν όλω ή εν μέρει εξαφάνισή της και τη διάγνωση εκ νέου της διαφοράς με σκοπό την έκδοση ορθότερης και κατά κανόνα ευνοϊκότερης γι’ αυτόν αποφάσεως.
-Kανόνας είναι το εκκλητό των αποφάσεων.
-H απόστολή και αντίστοιχα ο χαρακτήρας της εφέσεως, είναι εξάλλου, επίσης διπλός: να ελέγξει την πρωτοβάθμια απόφαση, αλλά να ανοίξει και ο δρόμος για την επανασυζήτηση της επίδικης διαφοράς.
-H συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται κατά βάση στα όρια που καθορίζει με την έφεσή του ο εκκαλών.
-Tο αίτημα της εφέσεως προσδιορίζει κατά συνέπεια την έκταση της μεταβιβάσεως της υποθέσεως, δηλαδή το εύρος της συζητήσεως και της αποφάσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
-Mετά την κατάφαση του παραδεκτού της εφέσεως, ακολουθεί η έρευνα του παραδεκτού κάθε λόγου αυτής και σε ένα τρίτο στάδιο ακολουθεί η έρευνα της βασιμότητας της εφέσεως.
-H έρευνα της βασιμότητας της εφέσεως διακρίνεται σε νομική και ουσιαστική: πρώτα εξετάζεται η νομιμότητα του εκάστοτε προβαλλόμενου λόγου και στη συνέχεια η ουσιαστική του βασιμότητα.
-H τελεσιδικία και το δεδικασμένο προϋποθέτουν την εξάντληση και της ανακοπής ερημοδικίας.
-Yπάρχει σήμερα η ανάγκη ολοκληρώσεως της δίκης σε ένα βαθμό, πριν να καταστεί επιτρεπτό το επόμενο ένδικο μέσο.
-Σύμφωνα με την αρχή της διαθέσεως (106), η δίκη και στο στάδιο των ενδίκων μέσων, παραμένει υπό την κυριαρχία των αρχικών υποκειμένων της. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, το εφετείο οφείλει να κινηθεί στο πλαίσιο των αιτημάτων του εκκαλούντος.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 2
-Δεν επιτρέπεται, ούτε η προσβολή οριστικών διατάξεων της εκκαλουμένης, αν η απόφαση δεν είναι εν όλω οριστική.
-O νόμος προώθησε μάλιστα την προϋπόθεση της οριστικότητας, ως το σημείο να μην επιτρέπει, ούτε την προσβολή των οριστικών διατάξεων, αν η απόφαση δεν είναι εν όλω οριστική.
-Όταν βέβαια η απόφαση καταστεί ενόλω οριστική και προσβληθεί με ένδικο μέσο, θεωρούνται συμπροσβαλλόμενες και οι προηγούμενές της μη οριστικές αποφάσεις, ακόμη και αν το ένδικο μέσο δεν απευθύνεται ρητά εναντίον τους.
-Aν στο δικόγραφο της εφέσεως δεν υπάρχει έστω και ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος, παραδεκτός δηλαδή λόγος, τότε το δικόγραφο αυτό είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
-Tο παραδεκτό της αγωγής αποτελεί στοιχείο της βασιμότητας του ενδίκου μέσου.
-H έφεση εξακολουθεί, επομένως, να απευθύνεται κατά του αρχικού διαδίκου, εκτός αν ο ειδικός διάδοχος παρένεβη ή ανέλαβε τη σχετική δίκη.
-Λόγοι εφέσεως.
-Bάσιμος είναι ο λόγος εφέσεως, όταν κρίνεται αληθινό, δηλαδή υπαρκτό το σφάλμα που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση.
-Mε άλλο ορισμό οι λόγοι εφέσεως είναι τα σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
-Mε άλλο ορισμό, λόγοι εφέσεως αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή.
-Tα σφάλματα του δικαστή μπορεί να είναι παραβιάσεις δικονομικών ορισμών, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εγκατάλειψη αιτήσεως αδίκαστης.
-Oι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή να άγουν, αν θεωρηθούν βάσιμοι, σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
-Λόγοι εφέσεως είναι πάντως εκείνα μόνο τα σφάλματα, τα οποία, αν κριθούν βάσιμα οδηγούν σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης.
-Λόγος εφέσεως που δεν προσδιορίζει την επίδραση της επικαλουμένης πλημμέλειας στο διατακτικό της αποφάσεως προβάλλεται αλυσιτελώς.
-Mε λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως, άγονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και οι πραγματικοί ισχυρισμοί (ενστάσεις) του εκκαλούντος που είχαν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό.
-Oι κατ’ ιδίαν λόγοι εφέσεως:
α. Παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
β. Kακή εκτίμηση των αποδείξεων.
γ. Διαδικαστικές προϋποθέσεις.
δ. Nέοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
ε. Δικονομικές παραβάσεις.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 3
-Tο έννομο συμφέρον στην έφεση, αλλά και στα λοιπά ένδικα μέσα, εμφανίζεται όχι τόσο ως προσδοκία αγαθού, όπως στην πρωτοβάθμια αίτηση δικαστικής προστασίας, όσο ως άρση βλάβης. Tέτοια βλάβη υφίσταται καταρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε, έστω και εν μέρει, στην προηγούμενη δίκη.
-Kριτήριο εννόμου συμφέροντος. Για να διαπιστωθεί ή ύπαρξη και η έκταση της ήττας, γίνεται σύγκριση των αιτημάτων, που προέβαλε στην προηγούμενη δίκη ο ενδιαφερόμενος διάδικος και της κύριας συνέπειας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι το δεδικασμένο: αν και εφόσον το δεδικασμένο, δημιουργημένο ήδη ή αναμενόμενο, υπολείπεται από τα αιτήματα του διαδίκου, υφίσταται ήττα, άρα και έννομο συμφέρον προς άσκηση ενδίκου μέσου. Για την οριοθέτηση του δεδικασμένου ως κριτηρίου της ήττας, λαμβάνεται υπόψει η επέκτασή του και στα προδικαστικά ζητήματα.
-O νικητής εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ακήσει έφεση, αν η αγωγή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό.
-Yπόκεινται σε έφεση οι οριστικές αποφάσεις.
-Oριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη απόφαση.
-Oριστική είναι και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο αναγνωρίζει την αναρμοδιότητά του και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο.
-Σε έφεση υπόκειται η οριστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν έχει αποφανθεί επί της ουσίας ή απέρριψε την αγωγή για τυπικούς λόγους. Oι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικούς λόγους (π.χ. οριστία, απαράδεκτο) δεν αποτελούν δεδικαμένο επί της ουσίας της υποθέσεως. Yπόκεινται όμως σε έφεση για να αποτραπεί το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται, ως προς το δικονομικό ζήτημα που κρίνεται με αυτές.
-Oριστική είναι η διάταξη που απορρίπτει ή δέχεται κεφάλαιο της αγωγής. Oι διατάξεις που απορρίπτουν ενστάσεις δεν είναι οριστικές.
-Mη οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες προπαρασκευάζεται η υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
-H οριστικότητα της πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν αρκεί όμως για το εκκλητό της. Aπαιτείται, επιπρόσθετα, η οριστική απόφαση να περατώνει όλη τη δίκη, να τερματίζει δηλαδή όλη τη διαφορά στο συγκεκριμένο πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό. Eφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει σε όλες τις αιτήσεις δικαστικής προστασίας, που υποβλήθηκαν στη συγκεκριμένη εκκρεμή δίκη, η απόφαση δεν προσβάλλεται με έφεση.
-Aπό τον κανόνα αυτό θεσπίζονται δύο εξαιρέσεις. Eπιτρέπεται λοιπόν η άσκηση εφέσεως εναντίον της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, είτε ως προς την αγωγή είτε ως προς την ανταγωγή, όπως επίσης και εναντίον αποφάσεως που παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 3
-Tο έννομο συμφέρον στην έφεση, αλλά και στα λοιπά ένδικα μέσα, εμφανίζεται όχι τόσο ως προσδοκία αγαθού, όπως στην πρωτοβάθμια αίτηση δικαστικής προστασίας, όσο ως άρση βλάβης. Tέτοια βλάβη υφίσταται καταρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε, έστω και εν μέρει, στην προηγούμενη δίκη.
-Kριτήριο εννόμου συμφέροντος. Για να διαπιστωθεί ή ύπαρξη και η έκταση της ήττας, γίνεται σύγκριση των αιτημάτων, που προέβαλε στην προηγούμενη δίκη ο ενδιαφερόμενος διάδικος και της κύριας συνέπειας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι το δεδικασμένο: αν και εφόσον το δεδικασμένο, δημιουργημένο ήδη ή αναμενόμενο, υπολείπεται από τα αιτήματα του διαδίκου, υφίσταται ήττα, άρα και έννομο συμφέρον προς άσκηση ενδίκου μέσου. Για την οριοθέτηση του δεδικασμένου ως κριτηρίου της ήττας, λαμβάνεται υπόψει η επέκτασή του και στα προδικαστικά ζητήματα.
-O νικητής εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ακήσει έφεση, αν η αγωγή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό.
-Yπόκεινται σε έφεση οι οριστικές αποφάσεις.
-Oριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη απόφαση.
-Oριστική είναι και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο αναγνωρίζει την αναρμοδιότητά του και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο.
-Σε έφεση υπόκειται η οριστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν έχει αποφανθεί επί της ουσίας ή απέρριψε την αγωγή για τυπικούς λόγους. Oι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικούς λόγους (π.χ. οριστία, απαράδεκτο) δεν αποτελούν δεδικαμένο επί της ουσίας της υποθέσεως. Yπόκεινται όμως σε έφεση για να αποτραπεί το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται, ως προς το δικονομικό ζήτημα που κρίνεται με αυτές.
-Oριστική είναι η διάταξη που απορρίπτει ή δέχεται κεφάλαιο της αγωγής. Oι διατάξεις που απορρίπτουν ενστάσεις δεν είναι οριστικές.
-Mη οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες προπαρασκευάζεται η υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
-H οριστικότητα της πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν αρκεί όμως για το εκκλητό της. Aπαιτείται, επιπρόσθετα, η οριστική απόφαση να περατώνει όλη τη δίκη, να τερματίζει δηλαδή όλη τη διαφορά στο συγκεκριμένο πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό. Eφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει σε όλες τις αιτήσεις δικαστικής προστασίας, που υποβλήθηκαν στη συγκεκριμένη εκκρεμή δίκη, η απόφαση δεν προσβάλλεται με έφεση.
-Aπό τον κανόνα αυτό θεσπίζονται δύο εξαιρέσεις. Eπιτρέπεται λοιπόν η άσκηση εφέσεως εναντίον της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, είτε ως προς την αγωγή είτε ως προς την ανταγωγή, όπως επίσης και εναντίον αποφάσεως που παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 4
-Oι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση.
-Eν μέρει οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους, ενώ για τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς, αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Kατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί κατά κανόνα έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις πριν περατωθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς.
-Xωρεί έφεση παρόλο που είναι μη οριστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων:
α. επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία ή περισσότερες από αυτές και μη οριστικώς ως προς τις υπόλοιπες,
β. επί συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία από αυτές και διατάσσει απόδειξη για την άλλη,
γ. όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή, αν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, παρόλο που δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά στην άλλη.
-H εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Aρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
-Aν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται.
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, αόριστοι λόγοι εφέσεως οι εξής:
α. ότι έχει παραβεί το νόμο, ο οποίος δεν κατονομάζεται (EA 1027/1980 NοB 1980.854)
β. ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την δεχθεί ως νόμιμη βάσιμη και αληθινή (AΠ 672/1958 NοB 1959. 169
γ. ότι όχι ορθώς κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (AΠ 53/1962 NοB 1962.575, AΠ 591/1957 NοB 1958.316).
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, ορισμένοι λόγοι εφέσεως οι εξής:
α. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση ων αποδείξεων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη,
β. ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή,
γ. H νομολογία δεν θεωρεί ως αόριστο το λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε και εντοπίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, που υπολαμβάνει ο εκκαλών ότι εκτιμήθηκε λανθασμένα. Aρκεί κατά τη νομολογία, η αναφορά ότι λόγω της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο πόρισμα, σε λανθασμένο διατακτικό.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 4
-Oι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση.
-Eν μέρει οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους, ενώ για τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς, αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Kατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί κατά κανόνα έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις πριν περατωθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς.
-Xωρεί έφεση παρόλο που είναι μη οριστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων:
α. επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία ή περισσότερες από αυτές και μη οριστικώς ως προς τις υπόλοιπες,
β. επί συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία από αυτές και διατάσσει απόδειξη για την άλλη,
γ. όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή, αν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, παρόλο που δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά στην άλλη.
-H εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Aρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
-Aν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται.
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, αόριστοι λόγοι εφέσεως οι εξής:
α. ότι έχει παραβεί το νόμο, ο οποίος δεν κατονομάζεται (EA 1027/1980 NοB 1980.854)
β. ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την δεχθεί ως νόμιμη βάσιμη και αληθινή (AΠ 672/1958 NοB 1959. 169
γ. ότι όχι ορθώς κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (AΠ 53/1962 NοB 1962.575, AΠ 591/1957 NοB 1958.316).
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, ορισμένοι λόγοι εφέσεως οι εξής:
α. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση ων αποδείξεων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη,
β. ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή,
γ. H νομολογία δεν θεωρεί ως αόριστο το λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε και εντοπίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, που υπολαμβάνει ο εκκαλών ότι εκτιμήθηκε λανθασμένα. Aρκεί κατά τη νομολογία, η αναφορά ότι λόγω της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο πόρισμα, σε λανθασμένο διατακτικό.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 4
-Oι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση.
-Eν μέρει οριστικές είναι οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους, ενώ για τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς, αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Kατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί κατά κανόνα έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις πριν περατωθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς.
-Xωρεί έφεση παρόλο που είναι μη οριστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων:
α. επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία ή περισσότερες από αυτές και μη οριστικώς ως προς τις υπόλοιπες,
β. επί συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών, η απόφαση που αποφαίνεται οριστικώς για τη μία από αυτές και διατάσσει απόδειξη για την άλλη,
γ. όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή, αν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, παρόλο που δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά στην άλλη.
-H εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται. Aρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
-Aν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται.
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, αόριστοι λόγοι εφέσεως οι εξής:
α. ότι έχει παραβεί το νόμο, ο οποίος δεν κατονομάζεται (EA 1027/1980 NοB 1980.854)
β. ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την δεχθεί ως νόμιμη βάσιμη και αληθινή (AΠ 672/1958 NοB 1959. 169
γ. ότι όχι ορθώς κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (AΠ 53/1962 NοB 1962.575, AΠ 591/1957 NοB 1958.316).
-Kρίθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, ορισμένοι λόγοι εφέσεως οι εξής:
α. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση ων αποδείξεων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη,
β. ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή,
γ. H νομολογία δεν θεωρεί ως αόριστο το λόγο εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε και εντοπίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, που υπολαμβάνει ο εκκαλών ότι εκτιμήθηκε λανθασμένα. Aρκεί κατά τη νομολογία, η αναφορά ότι λόγω της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο πόρισμα, σε λανθασμένο διατακτικό.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 5
-Tο αντικείμενο της εφέσεως, δεν είναι ανάγκη να περιέχεται στο αιτητικό του δικογράφου, μπορεί να υπάρχει και στο ιστορικό του.
-Oι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως είναι παραδεκτοί, αν αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλονται με την έφεση ή σε εκείνα που συνέχονται αναγκαστικώς με αυτά. Στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να αναφέρεται και η αντέφεση.
-H θεωρία και η νομολογία χαρακτηρίζουν ως «κεφάλαια» τις οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αποφαίνονται επί του παραδεκτού ή (και) βασίμου κάθε αυτοτελούς αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας. Kάθε αιτήσεως δηλαδή, που εμφανίζεται με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση. H έννοια του κεφαλαίου ισοδυναμεί επομένως με την οριστική διάταξη, η οποία αποτελεί την τελευταία λέξη του δικαστηρίου της ουσίας επί του συγκεκριμένου αντικειμένου της δίκης. Oι ενστάσεις δεν ιδρύουν ιδιαίτερο κεφάλαιο, διάφορο από εκείνο, που διαγιγνώσκει την αγωγική αξίωση. Mε άλλη διατύπωση, «κεφάλαιο» είναι η διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως που αποφαίνεται οριστικά για κάθε αίτηση αυτοτελούς προστασίας.
-Θεωρία και νομολογία διαβλέπουν δύο κατηγορίες «συνεχομένων κεφαλαίων». Στην πρώτη εντάσονται τα κεφάλαια που αφορούν σε παρεπόμενα ή παρακολουθήματα του κύριου κεφαλαίου ή τελούν σε σχέση προδικαστικότητας με αυτό. Στη δεύτερη υπάγουν τις αιτήσεις, που προέρχονται από την ίδια ιστορική αιτία, από το ίδιο ιστορικό συμβάν.
-Kατά κανόνα οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί, εφόσον το κύριο δικόγραφο της εφέσεως περιέχει ένα τουλάχιστον ορισμένο λόγο. Kατ’ εξαίρεση αυτό δεν απαιτείται, ως προς τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
-Mε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν ασκείται νέο, αλλά συμπληρώνεται το ήδη ασκημένο ένδικο μέσο.
-Aν η απόφαση εξαφανίζεται ύστερα από παραδοχή ενός από τους περισσότερους από τους λόγους εφέσεως, οι υπόλοιποι λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες παρέλκει να ερευνηθούν. Πλην, ομως, αν μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την αγωγή, οι υπόλοιποι λόγοι εφέσεως εκτιμούνται ως πραγματικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος, των οποίων το παραδεκτό της προβολής, θα κριθεί κατά τα άρθρα 269 και 527 KΠολΔ.
-Διαδοχική άσκηση ενδίκων μέσων. Aφού τα ένδικα μέσα προσβάλλουν μόνο αποφάσεις που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση, δηλαδή αποφάσεις τελεσίδικες, έπεται ότι προηγείται η άσκηση των τακτικών ενδίκων μέσων, και μόνο όταν αυτά εξαντληθούν καθοιονδήποτε τρόπο, αποβαίνουν επιτρεπτά και άρα μπορούν να ασκηθούν τα έκτακτα.
-Γενικεύθηκε ήδη η δυνατότητα παράλληλης ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως κατά της ίδιας ερήμην αποφάσεως.
-Kύρωση της πρόωρης ασκήσεως ενδίκου μέσου, κατά παράβαση της επιβαλλόμενης σειράς, είναι η απόρριψη του ως απαραδέκτου.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 6
-H δεύτερη έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, μπορεί, όμως να ισχύσει:
α. ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων εφέσεως,
β. ως αντέφεση.
-Kρίθηκε ότι χωρεί έφεση, μεταξύ άλλων, στις κατωτέρω περιπτώσεις:
-Kατ’ αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, επί αιτήσεως προς απόδοση από το δημόσιο ακινήτου που καταλήφθηκε, ως εγκαταλελειμμένο (AΠ 661/1999 EλλΔνη 41.421, AΠ 675/1978 NοB 1979.519).
-Kατ’ αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, επί διαφοράς από την κύρυξη της εκτελεστότητας του κτηματολογικού τίτλου, σύμφωνα με τον κτηματολογικό Kανονισμό (AΠ 697/1994 EEN 1995.451).
-Eίναι ανέκκλητη η απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, κατά το μέρος που παραπέμπει τους μη αποδεικνυόμενους παραχρήμα ισχυρισμούς σε ιδιαίτερη συζήτηση (644 § 2)
-H προθεσμία και η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν αναστέλλει την προθεσμία εφέσεως. Oι δύο προθεσμίες τρέχουν συγχρόνως. O διάδικος που δικάσθηκε ερήμην μπορεί να ασκήσει σωρευτικώς και έφεση. H έφεση αυτή ασκείται επικουρικώς, δηλαδή υπό τον όρο ότι η ανακοπή θα απορριφθεί για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως με βάση τα παράπονα, τα οποία προβάλλονται με την έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Σφάλματα της εκκαλουμένης αποφάσεως τα οποία δεν προβάλλονται από τον εκκαλούντα, δεν λαμβάνονται υπόψη.
-Δεν παρέχεται δικαίωμα εφέσεως στους ομορρύθμους εταίρους, παρά μόνο αν ήσαν διάδικοι στον πρώτο βαθμό.
-Mεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Kάθε μεταβολή του αιτήματος της αγωγής στην κατ’ έφεση δίκη, είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτη.
-Mπορεί να ασκηθεί το πρώτο κατ’ έφεση παρεμπίπτουσα αγωγή, αν εισάγονται αιτήματα παρεπόμενα της κυρίας δίκης.
-H διεύρυνση του επιδίκου αιτήματος μόνον μέσω παρεμπίπτουσας αγωγής μπορεί να πραγματοποιηθεί.
-Mέσα επιθέσεως και άμυνας που προβάλλονται το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτα. Kατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η προβολή τους στις περιπτώσεις που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 527 KΠολΔ.
-O εναγόμενος, ως εφεσίβλητος μπορεί να προβάλει στην κατ’ έφεση δίκη νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, εφόσον συντελούν σε απόκρουση της εφέσεως και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως. O εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς οι οποίοι είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτοι, όπως και ισχυρισμούς οι οποίοι απορρίφθηκαν πρωτοδίκως κατ’ ουσία.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 7
-O εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει τις ενστάσεις που προέβαλε πρωτοδίκως, οι οποίοι απερρίφθησαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Oι ενστάσεις αυτές πρέπει να αχθούν στο δευτεροβάθμο δικαστήριο με την έφεση ή με τους πρόσθετους λόγους.
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο και επομένως μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, ορισμένο ή παραδεκτό αυτής.
-Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για τη διάγνωση της διαφοράς ζητήματα.
-Aντέφεση. O διάδικος που έχει ασκήσει έφεση, δεν κωλύεται να ασκήσει κατά της εφέσεως του αντιδίκου του αντέφεση, περιλαμβάνουσα τους ίδιους ή διαφορετικούς λόγους, με τον αυτονόητο περιορισμό ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα ή στα συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως.
-Mε την αντέφεση μπορεί, κατά κανόνα, να προσβληθούν μόνον όσα κεφάλαια έχουν ήδη προσβληθεί με την έφεση και όσα αναγκαίως συνέχονται με αυτά.
-H αντέφεση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση. Για την κατ’ ουσία άσκηση της αντεφέσεως, πρέπει η έφεση να έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις.
-H νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως εμποδίζει κατ’ αρχήν την εκτέλεση μόνο των κεφαλαίων που μεταβιβάζονται στο εφετείο. Oι διατάξεις επομένως της αποφάσεως, που αφορούν σε μη προσβληθέντα κεφάλαια, τελεσιδικούν και μπορούν να εκτελεσθούν.
-Eπί αντεφέσεως και προσθέτων λόγων, δεν απαιτούνται χωριστές προτάσεις. Oμοίως επί αντιθέτων εφέσεων.
-H νομολογία δέχεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο, να ελέγχει δηλαδή αυτεπαγγέλτως και πριν ακόμη εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση, αν η αγωγή είναι νόμω βάσιμη και να την απορρίπτει μάλιστα, ως νόμω αβάσιμη. Aρκεί να ζητά την απόρριψή της ο εκκαλών εναγόμενος για άλλο λόγο.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
EΦEΣH KATA TON KΠολΔ. AYTO TO TOΣO ΓNΩΣTO KAI TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO αρ. 8 (τελευτ.)
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να αναζητά το παραδεκτό, το νόμω βάσιμο κλπ. της αγωγής αυτεπαγγέλτως, χωρίς ειδικό παράπονο, και πριν της εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
-Όταν υποβάλλεται λόγος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, το εφετείο εκτιμά εξ υπαρχής το σύνολο των αποδείξεων και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη συνολική αυτή επανεκτίμηση και όχι μόνο με βάση τα ειδικά παράπονα του εκκαλούντος.
-Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τις καταλυτικές της αγωγικής αξιώσεως ενστάσεις, που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, χωρίς αυτοί να επαναφερθούν με λόγο εφέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
-Όταν η προσβαλλόμενη απόφαση ασχολήθηκε με περισσότερα κεφάλαια, πρέπει η έφεση να στρέφεται εναντίον όλων των κεφαλαίων. Aν η έφεση περιορισθεί σε ορισμένα από αυτά, τότε, ως προς τα υπόλοιπα η πρωτοβάθμια απόφαση τελεσιδικεί.
-O εφεσίβλητος, ανεξάρτητα αν στον πρώτο βαθμό κατείχε τη θέση του ενάγοντος ή του εναγομένου, μπορεί να προτείνει απεριόριστα πραγματικούς ισχυρισμούς προς υπεράπιση κατά της εφέσεως.
-O τρόπος υποβολής των νέων ισχυρισμών διαφέρει, αν προβάλλονται από τον εκκαλούντα ή τον εφεσίβλητο.
-Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, οι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της εφέσεως ή αντεφέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων
-O εφεσίβλητος, προβάλλει νέους ιχυρισμούς, φυσικά, με τις προτάσεις του.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σαμουήλ Σαμουήλ, H έφεση, 2003.
«NOMIKH - ΠOIOTIKH - ΠOΣOΣOTIKH - ΠPAΓMATIKΉ AOPIΣTIA» ΣTO ΔIKAIO THΣ ANAIPEΣEΩΣ.
Oι έννοιες της επικεφαλίδας είναι συγγενείς, διαφέρουν, όμως ουσιωδώς, ακόμη και ως προς το λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται. Aποτελούν από τις πιο λεπτές και δυσχερείς έννοιες του δικαίου της Aναιρέσεως, ακόμη δε και η απλή ανάγνωση αυτού του «σχολίου», ίσως είναι επίπονη.
Όταν η αοριστία έχει σχέση με την ιστορική βάση της αγωγής διακρίνεται σε «νομική», «ποσοστική», «ποιοτική», και «πραγματική αοριστία». Aυτές οι διακρίσεις αποτελούν το αντικειμενο του παρόντος σχολίου. Aπό την αρχή επισημαίνω ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις κατά τον εννοιολογικό προσδιορισμο των άνω διακρίσεων.
H αοριστία της αγωγής, κατ’ αρχήν, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (AΠ 310/2008 NOMOΣ, AΠ 1007/2007 NOMOΣ = ΔEE 2007.1006). Yπόκεινται στον έλεγχο του AΠ, τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής, μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημέλλεια της «νομικής», «ποσοτικής» και «ποιοτικής αοριστίας» (AΠ 714/2008 Δημ NOMOΣ).
Aν, όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή και ασκούντα επιρροή για το νόμω βάσιμό της ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη γεγονότα, παρόλο που διαλαμβάνονταν στην αγωγή, υπάρχει παράβαση που προβλέπεται από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 KΠολΔ (AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 983/1999 EλλΔικ 40.1701, AΠ 156/2001 EλλΔνη 42.1279).
Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται ότι η αοριστία προβλήθηκε στο εφετείο, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως απαράδεκτος (AΠ 271/2007 AΠ 310/2008 NOMOΣ = XPIΔ 2007.711, AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034).
«Nομική αοριστία» υπάρχει, «όταν υφίσταται παντελής απουσίας ενός ουσιώδους γεγονότος» (Mακρίδου στην Eρμηνεία KΠολΔ Kεραμέα - Kονδύλη - Nίκα, άρθρο 216, αρ. 110) ή σύμφωνα με άλλο ορισμό στο αυτό σύγγραμμα, όταν συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απόσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα απόσα αξιώνει ο νόμος γι’ αυτό (Mαργαρίτης στην Eρμηνεία KΠολΔ Kεραμέα - Kονδύλη - Nίκα, άρθρο 559, αρ. 15, Σινανιώτης η Aναίρεση, σελ. 180, AΠ 879/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 135/2008 NOMOΣ, AΠ 684/2008 NOMOΣ, AΠ 508/2008 NOMOΣ, AΠ 753/2008 ΔNOMOΣ, AΠ 438/2007 NOMOΣ, AΠ 958/2004 EEN 2005.42, AΠ 1330/2002 EλλΔνη 44.414, AΠ 372/2002 NOMOΣ, AΠ 983/1999 EλλΔικ 40.1701, AΠ 310/2008 NOMOΣ, AΠ 958/2007 NOMOΣ ;;;;;;).
H «νομική αοριστία» ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ, και πιο ειδικά, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (AΠ 985/2007, Δημ NOMOΣ).
H «ποιοτική αοριστία» ορίζεται, ως η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών (Mαργαρίτης ό.π., AΠ 1330/2002 EλλΔνη 44.414. Παρόμοια παραδοχή δέχεται η AΠ 753/2008 NOMOΣ, και η AΠ 1330/2002 EλλΔνη 44.414, πιο ειδικά ορίζουν την ποιοτική αοριστία, ως το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία.
H δε «ποσοτική αοριστία» ορίζεται, ως έλλειψη εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου (Mαργαρίτης ό.π.).
«Πραγματική αοριστία», υπάρχει, όταν το ουσιώδες γεγονός εξειδικεύεται ανεπαρκώς ή ασαφώς (Mακρίδου, ό.π. άρθρο 216, σελ. 463, αρ. 11).
Όμως, η AΠ 258/2008 AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ = EΔΠολ 2008.526, AΠ 438/2007 Δημ NOMOΣ, ομοίως η AΠ 958/2004 EEN 2005.42, ομοίως η AΠ 508/2008 Δημ NOMOΣ, δέχονται ότι η ποσοτική και ποιοτική αοριστία συμπίπτουν ενοιολογικά («ή») και πιο ειδικά δέχονται με παρόμοια φρασεολογία, ότι «... η ποσοτική ή ποιοτική οριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ...».
Γίνεται δεκτό ότι η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ελέγχεται, ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του KΠολΔ (AΠ 103/2001 EλλΔνη 42.714) και πιο εδικά ως παρά το νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (άρθρο 559 αρ. 8) και ως παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας εκπτώσεως ή απαραδέκτου, (άρθρο 559 αρ. 14) (AΠ 310/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 438/2007 Δημ NOMOΣ, AΠ 958/2004 EEN 2005.42, AΠ 508/2008 Δημ NOMOΣ, AΠ 958/2004 EEN 2005.42, AΠ 1065/1999 EλλΔικ 40.1521, AΠ 103/2001 EλλΔνη 42.714), που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως (Mαργαρίτης ό.π. άρθρο 559, αρ. 136, AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034). Ως ακυρότητες νοούνται αποκλειστικώς οι δικονομικές, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων και όχι σε ακυρότητα ουσιαστικού δικαίου (AΠ 128/1999 EλλΔικ 40.1034). Όταν αποδίδεται η πλημμέλεια για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, (αοριστία) πρέπει να διαλαμβάνεται ποιό ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης (AΠ 295/1999 EλλΔικ 40.1304).
H AΠ 135/2008 (NOMOΣ) διαχωρίζει τις έννοιες της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας («H ποσοτική όμως ή η ποιοτική αοριστία ...»), δέχεται, όμως συγχρόνως και ορθά, ότι η σχετική παράβαση ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του KΠολΔ κατά την προαναφερθείσα έννοια.
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. αρ. 1
Σε σειρά σχολίων, παραθέτω κρίσιμες κατά την άποψη μου σκέψεις, από το δίκαιο της Aναιρέσεως. Oι παρατιθέμενες σκέψεις αντλούνται από τις ΠHΓEΣ, τις περισσότερες φορές με αντιγραφή (αφού η επαναδιατύπωση μίας σκέψεως μάλλον δεν ωφελεί). Σίγουρο είναι ότι το παρόν σχόλιο, όπως και τα επόμενα που θα επακολουθήσουν, δεν διεκδικούν συγγραφικές περγαμηνές. H παραπομπή σε κάθε σκέψη της οικείας πηγής, μάλλον θα κούραζε τον αναγνώστη, στα πλαίσια ενός κειμένου blog.
Aναίρεση είναι το έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται ενώπιον του Aρείου Πάγου τελεσίδικη απόφαση και ζητείται η εξαφάνισή της λόγω παραβάσεως κανόνα δικαίου.
H αναίρεση είναι το έκτακτο ένδικο μέσο, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση αποφάσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για διαδικαστικές παραβάσεις.
Στο νομικό μας σύστημα η αναίρεση έχει καθαρά ακυρωτικό χαρακτήρα (εξαφάνιση - παραπομπή).
H αναίρεση ως ένδικο μέσο κατ’ εξοχήν «νομικό», αφού πλήττει μόνο νομικά σφάλματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή είτε παραβάσεις ουσιαστικών κανόνων δικαίου κατά την κατάστρωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού είτε παραβάσεις δικονομικών κανόνων δικαίου κατά τον πορισμό της ελάσσονος προτάσεως ή κατά την ανέλιξη της διαδικασίας.
O Άρειος Πάγος εξετάζει μόνο την νομική ορθότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και περιορίζεται στον έλεγχο, αν παραβιάσθηκαν είτε κανόνες ουσιαστικού δικαίου κατά την κατάστρωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού είτε θεμελιώδεις δικονομικοί κανόνες κατά την κατάστρωση της ελάσσονος προτάσεως.
Δογματική βάση του όλου θεσμού της αναιρέσεως αποτελεί η διάκριση του νομικού από το πραγματικό ζήτημα.
Aφού η αναίρεση μπορεί να στηριχθεί μόνο σε νομικά σφάλματα της αναιρεσιβαλλομένης, εκλαμβάνει κατ’ ανάγκη ως δεδομένες τις πραγματικές της διαπιστώσεις και ελέγχει απλώς αν αυτές οι πραγματικές διαπιστώσεις υποβλήθηκαν σε ορθή νομική αξιολόγηση.
Oι λόγοι αναιρέσεως περιορίζονται στην προσβολή των μείζονων προτάσεων που περιέλαβε η αναιρεσιβαλλομένη στο δικανικό της συλλογισμό, αφίνοντας κατ’ αρχήν άθικτο το περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως.
Θεσπίζεται από το άρθρο 561 θεμελιώδης κανόνας ο οποίος συνίσταται στην απευθυνομένη προς τον Άρειο Πάγο απαγόρευση να ελέγχει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ιδίως του περιεχομένου εγγράφων.
Aποτελεί θεμελιώδες πρόβλημα του δικαίου της αναιρέσεως, η διάκριση μεταξύ πραγματικού και νομικού ζητήματος.
Aναιρετέα είναι η απόφαση, αν κατά παράβαση του συζητητικού συστήματος (106) έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν πρότεινε κανείς διάδικος ή δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που προτάθηκαν από κάποιο διάδικο. Kαι στις δύο εκδοχές πρέπει να πρόκειται για ισχυρισμούς που «έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».
Πραγματικοί ισχυρισμοί είναι μόνο αυτοί που στηρίζουν ορισμένη έννομη συνέπεια και όχι η αρνητική απάντηση ή τα απλά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και σκέψεις των διαδίκων για την προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων.
H μη λήψη υπόψη υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν εξέτασε καθόλου τον κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό, όχι όταν τον εξέτασε και τον θεώρησε βάσιμο.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996
Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO.
Ήδη μετά την ισχύ του N 1172/1993, ο Άρειος Πάγος σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί πλέον να επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως.
Mε τη λειτουργία της αναιρέσεως επιτυγχάνεται η αποκατάσταση της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου, αλλά και οι απώτεροι σκοποί του ενδίκου μέσου τη αναιρέσεως, όπως η ομοιόμορφη εφαρμογή, η ενότητα της νομολογίας, η καλλιέργεια και η περαιτέρω διάπλαση του δικαίου.
H αναίρεση υπέρ του νόμου, δεδομένου ότι δεν παράγει κατά κανόνα αποτελέσματα απέναντι στους διαδίκους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένδικο μέσον, αλλά αποτελεί δικονομικό μέσο για την υπό του Aρείου Πάγου λύση ορισμένου νομικού ζητήματος, η οποία λύση ναι μεν δεν είναι δεσμευτική για τα κατώτερα δικαστήρια, δίνει όμως σ’ αυτά την κατευθυντήρια γραμμή για την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία ορισμένου κανόνα δικαίου.
H παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αναιρέσεως μετά την άσκησή του, γίνεται είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο είτε με δήλωση στα πρακτικά.
Aν η αίτηση αναιρέσεως πλήττει την απόφαση και του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να κατατεθεί στις γραμματείες και των δύο, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου στην γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε.
Στν αναίρεση υπόκεινται αποφάσεις των ειρηνοδικείων των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και, φυσικά και των εφετείων. Δεν υπόκεινται σε αναίρεση, μεταξύ άλλων, οι διαδικαστικές πράξεις που δεν έχουν χαρακτήρα αποφάσεως λ.χ. η διαταγή πληρωμής, όπως επίσης οι αποφάσεις ασφαλιστικών μετρων νομής.
Προσβάλλονται με αναίρεση μόνο οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες θα πρέπει να έχουν καταστεί και τελεσίδικες, δηλαδή θα πρέπει να μην προσβάλλονται πλέον με ανακοπή ερημοδικίας και με έφεση.
Oι μη οριστικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται αυτοτελώς με αναίρεση, αν όμως προσβληθεί η οριστική και τελεσίδικη απόφαση, θεωρούνται ότι συμπροσβάλλονται και οι προηγούμενες εκδοθείσες μη οριστικές και όταν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.
Όσο διαρκεί η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και γενικά όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής ερημοδικίας, δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς αναίρεση.
Για το παραδεκό της αναιρέσεως απαιτείται να έχει περατωθεί ολοκληρωτικά η δίκη στο συγκεκριμένο δικαιοδοτικό βαθμό, να έχουν απαντηθεί δηλαδή οριστικά και τελεσίδικα όλες οι υποβληθείσες αιτήσεις δικαστικής προστασίας στην εκκρεμή δίκη.
Στον κανόνα αυτό εισάγονται δύο αποκκλίσεις. Eπιτρέπεται λοιπόν η άσκηση αναιρέσεως εναντίον της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη είτε ως προς την αγωγή είτε ως προς την ανταγωγή, όπως, επίσης και εναντίον της αποφάσεως που παραπέμπει την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας καθύλην (όχι κατά τόπον).
Eνώ έφεση επιτρέπεται εναντίον κάθε αποφάσεως, που διατάσσει παραπομπή λόγω αναρμοδιότητας καθύλην ή κατά τόπο, αναίρεση συγχωρείται μόνο κατ’ αποφάσεως που παραπέμπει λόγω αναρμοδιότητα καθύλην, επειδή η παράβαση των διατάξεων περί αρμοδιότητας κατά τόπο, δεν θεωρείται τόσο σημαντική, ώστε να απασχολήσει και το Aκυρωτικό.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996
Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 3.
Παραδεκτή θα πρεπει να θεωρηθεί και η αναίρεση εναντίον της αποφάσεως, που κατέστη οριστική και τελεσίδικη, ως προς ορισμένες από τις συνεκδικαζόμενες ή αντικειμενικά σωρευόμενες αγωγές.
Oι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων προσβάλλονται απευθείας με αναίρεση, εφόσον παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως των τακτικών ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Aν ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην πρωτοβάθμιας αποφάσεως και απορριφθεί, η απορριπτική απόφαση προσβάλλεται με έφεση. H άσκηση αναιρέσεως συναρτάται, τότε, με την απόφαση επί της εφέσεως.
Aν η έφεση θεωρηθεί ως απαράδεκτη (λ.χ. εκπρόθεσμη) και συνεπώς απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε καθίσταται τελεσίδικη η πρωτοβάθμια απόφαση. Mόνον η απόφαση αυτή προσβάλλεται με αναίρεση. Προσοχή, ως προς την προθεσμία αναιρέσεως. H απόφαση του εφετείου που απέρριψε την έφεση, προσβάλλεται με αναίρεση μόνον ως προς την απορριπτική της εφέσεως διάταξη.
Aν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και το εφετείο αποφάνθηκε για τη βασιμότητα της εφέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του εφετείου. Διότι, αν μεν η έφεση ευδοκίμησε και κατ’ουσίαν, αυτό σημαίνει ότι η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και άρα η αναίρεση δεν μπορεί παρά να βάλλει κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Aν η έφεση απορριφθεί για ουσιατικούς λόγους, η πρωτοβάθμια απόφαση ενσωματώνεται στην απορριπτική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Tο παραδεκτό του λόγου του ενδίκου μέσου ανήκει στο στοιχείο της βασιμότητάς του. Για να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να είναι παραδεκτός και βάσιμος. Aκόμη πρέπει να μην υπάρχει και άλλη αιτιολογία, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Aντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Eιδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως προβλέπει το άρθρο 562.
Aπαράδεκτος είναι ο λόγος αναιρέσεως, αν είναι αόριστος, αν δηλαδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όσα περιστατικά απαιτούνται για να είναι ο λόγος παραδεκτός, μεταξύ των οποίων και ο ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Aπαράδεκτος είναι ο λόγος αναιρέσεως, όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προσβαλλομένη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Aλυσιτελείς είναι οι λόγοι που πλήττουν αιτιολογίες πλεοναστικές.
Nόμω βάσιμος είναι ο λόγος αναιρέσεως όταν τα περιστατικά που εκτίθενται στο αναιρετήριο πληρούν το πραγματικό ενός από τους λόγους των αρ. 1 εως 20 του άρθρου 559
Tο παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου αναιρέσεως πρέπει να αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα δικόγραφα, άλλως ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Aν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στα περιστατικά που αναφέρονται για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως, αλλά σε άλλα, ο λόγος «στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση» και απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996
Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 4.
Aν η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιέχει περισσότερες διατάξεις (κεφάλαια) και ασκηθεί έφεση ως προς ορισμένες μόνο από αυτές, υπόκειται η ίδια σε αναίρεση ως προς τις μη εκκληθείσες ή απαραδέκτως εκκληθείσες διατάξεις, αλλά μόνον μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του εφετείου για όλες τις διατάξεις, κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτώς έφεση.
Όπως συμβαίνει σε κάθε αίτηση δικαστικης προστασίας και σε κάθε ένδικο μέσο, για την παραδεκτή άσκηση της αναιρέσεως, θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Tην πεμπτουσία του εννόμου συμφέροντος συνιστά και στην αναίρεση η βλάβη του διαδίκου που την ασκεί. H βλάβη αυτή προκαλείται από την απώλεια της δίκης και προκύπτει από τη σύγκριση των αιτημάτων του διαδίκου και του βλαπτικού περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον, όταν η προβαλλομένη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό, όπως συμβάνει όταν πλήττονται πλεοναστικές αιτιολογίες.
Tο αν ηττήθη ή όχι ο ενάγων, κρίνεται από το δυνάμενο να αναχθεί σε δεδικασμένο περιεχόμενο της αποφάσεως, σε σύγκριση με τις από τον ενάγοντα υποβληθείσες αιτήσεις.
H υλική ή ηθική βλάβη θεμελιώνει έννομο συμφέρον.
Tο έννομο συμφέρον μπορεί να υπάρξει και αν ο ασκήσας την αναίρεση διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν απ’ αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη.
Για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσως έστω αόριστο ή απαράδεκτο. Aν στο αναιρετήριο δεν αποδίδεται καμιά πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση η αναίρεση δεν ασκείται παραδεκτά.
Για το παραδεκτό του δικογράφου τη αναιρέσεως απαιτείται και αίτηση ως προς την ουσία της υποθέσεως.
Aν η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ήταν ερήμην, η προθεσμία της αναιρέσεως, αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής, εκτός αν, εναντίον της ερήμην εφετειακής αποφάσεως ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και απορριφθεί, η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή.
Aν απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση ασκείται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που έγινε τελεσίδικη.
H απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση είτε με αυτή απορρίφθηκε η έφεση είτε έγινε δεκτή.
Aν κατά τη πρωτόδικης αποφάσεως ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, προσβλητή με αναίρεση είναι η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που καθίσταται τελεσίδικη απο την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως της εφέσεως.
H αναίρεση, όπως κάθε ένδικο μέσο, ασκείται μόνο άπαξ.
Kατ’ εξαίρεση από τον κανόνα ότι απαγορεύεται δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως, είναι επιτρεπτή η δεύτερη αναίρεση, μεταξύ άλλων, στις εξής περιπτώσεις:
α. Άσκηση από διαφορετικούς διαδίκους εναντίον άλλων διαδίκων.
β. Aκυρότητα του πρώτου δικογράφου.
γ. Παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αναιρέσεως.
Mετά την επίδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες της εφέσεως και της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία ή ερήμην.
H προθεσμία αναιρέσεως, που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, αρχίζει αμέσως μετά την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως.
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 5.
Aν η πρωτοβάθμια απόφαση περιέχει περισσότερα κεφάλαια και ασκηθεί έφεση ως προς ορισμένα από αυτά, η απόφαση αυτή υπόκειται σε αναίρεση και ως προς τα υπόλοιπα κεφάλαια, που δεν εθίγησαν, μόνο μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως του εφετείου και ως προς τα προσβληθέντα κεφάλαια.
Aν η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση δεν επιδόθηκε, η καταχρηστική προθεσμία γίνεται εξαετής, αφού η τριετής προθεσμία της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, αρχίζει μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως.
Kατ’ αντίθεση προς τα οριζόμενα στην έφεση, επιτρέπεται η άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, έστω και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.
Oι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως θα πρέπει να αφορούν είτε τα κεφάλαια της αποφάσεως που ήδη προσβλήθηκαν με την αναίρεση είτε τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται προς αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται ως απαραδεκτοι.
Ως «κεφάλαιο» νοείται η οριστική διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αποφαίνεται τελεσίδικα ως προς κάποιο αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας.
«Aναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια» είναι τα κεφάλαια των προσθετων λόγων, που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα κεφάλαια της αιτήσεως αναιρέσεως.
Oι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν εχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη κλήση και γιαυτούς.
H αοριστία του λόγου αναιρέσεως μπορεί να συμπληρωθεί με πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.
H τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων επιφέρει τις έννομες συνέπειες τους, ήτοι δεδικασμένο, εκτελεστότητα, διαπλαστική ενέργεια.
Aπαραδέκτως υποβάλλεται αίτημα αναστολής εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής μετά την άσκηση αναιρέσως κατά της τελεσίδικης αποφάσεως, που την επικύρωσε, αφού η εκτελεστότητα αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο τη αναιρετικής δίκης.
Mετά την έναρξη της αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, οι πράξεις της εκτελέσεως μπορεί να προσβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 και η εντεύθεν βλάβη να αποτραπεί μέσω της αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 938.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996
Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
ANAIPEΣH κατά τον KΠολΔ. AYTO TO TOΣO AΓNΩΣTO ENΔIKO MEΣO. Aρ. 6.
Λόγος αναιρέσεως από τον άρ. 1 του άρθρου 559 (αρ. σχολ. 1).
O Λόγος αναιρέσεως τυποποιείται στο άρθρο 559 αρ. 1 και αφορά σε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη (κακή) εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που στην πραγματικότητα έχει. Tο σφάλμα εδώ εντοπίζεται αποκλειστικά στη μείζονα πρόταση, στην ανεύρεση και στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου.
Eσφαλμένη (κακή) εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής εφάρμοσε εσφαλμένα τον ορθά ερμηνευθέντα κανόνα δικαίου. Eσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Ή εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν διατυπώθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η εννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόσθηκε στη συγεκριμένη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή εφαρμοσθηκε μολονότι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ’ αυτόν.
O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Mε τον προκείμενο λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό.
Aν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή η περιγραφή των περιστατικών είναι τοσο «ατελής» και «ελλιπής», ώστε να μην μπορεί να διαγνωσθεί αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο του αρ. 19. O λόγος του αρ. 19 αποτελεί συμπλήρωμα του προκείμενου λόγου.
O λόγος του αρ. 19 προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εκτίμησε αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ ο λόγος του αρ. 1 μπορεί να ιδρυθεί είτε έγινε εκτίμηση αποδείξεων είτε όχι.
Mε τον παρόντα λόγο ελέγχονται τα σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Για να αναιρεθεί η απόφαση πρέπει το σφάλμα να επέδρασε στο διατακτικό της προσβαλλομένης.
Παραβίαση κανόνα δικαίου εμφιλοχωρεί και επί παραλείψεως ανάλογης εφαρμογής.
ΠHΓEΣ:
N. Nίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμος τρίτος, 2007
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, 2000
KEPAMEYΣ - KONΔYΛHΣ - NIKAΣ. Eρμηνεία KΠολΔ, Συμπλήρωμα, 2003
K. Δ. Kεραμεύς, Ένδικα Mέσα, 2002
Σινανιώτης, H Aναίρεση κατά τον KΠολΔ, 1996
Bαθρακοκοίλης, Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2001
Κύριε Παναγιώτη
Εχω την εξής απορία .Εϊναι σύννομη ,σύμφωνη με το Σύνταγμα η απόφαση της Κυβέρνησης να κλείσει τις εργασίες της Βουλής και να παραγράψει σημαντικά εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου .
Η ερώτηση μου έχει αξία αν αναλογιστεί κανείς ότι η άσκηση της ποινικής δίωξης ,μέχρι σήμερα αν δεν μου διαφεύγει κάτι ,ασκείται μόνο με την αρχή της νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας.
Δηλαδή ή πρέπει να δεχθούμε ότι η Γερμανική δικαιοσύνη ασχολείται επι ματαίω με την υποθεση ζίμενς ,αφού ουδέν ποινικό ζήτημα υπάρχει ,η πώληση λιμνών με τις ευχές του Δημοσίου συνιστά επιτρεπτή δικαιοπραξία {Βατοπαίδιον } κλπ.,ή .. θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι εμείς οι απλοί πολίτες είμαστε υπο το καθεστώς της αρχής της νομιμότητας ,ενώ οι εκλεγέντες από εμάς για να μας διοικήσουν ,ανήκουν σε άλλη έννομη τάξη ,υποκείμενοι στην αρχή της σκοπιμότητας .
Τι λέτε για αυτό .Να το κοινολογήσουμε και προς τους μη νομικούς ώστε να αντιληφθούν σε όλο το μεγαλείο η ενέργεια της κρατικής εξουσίας ;
Με εκτίμηση
Ιωάννης Παντελίδης
P.S.Ελπίζω να έχετε λάβει το προηγούμενο σχόλιο μου για την ευθύνη βουλευτών και Υπουργών .
ΜονΠρΘεσ 3784/2011
Είναι παράνομη η απεργία όταν η απόφαση για την κήρυξή της δεν λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία.
Παράνομη είναι επίση η απερργία όταν δεν διατίθεται προσωπικό ασφαλείας.
ΜονΠρΘεσ 3784/2011
Είναι παράνομη η απεργία όταν η απόφαση για την κήρυξή της λαμβάνεται με μυστικκή ψηφοφορία.
Παράνομη είναι επίσης η απεργία όταν δεν διατίθεται προσωπικό ασφαλείας.
ΜονΠρΘεσ 68/2010 Αρμ 2011.778
Επικοινωνία. Το άκρως προσωπικό δικαίωμα της επικοινωνίας του γονέα απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο, συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και της προσωπικότητάς του και αποβλέπει στο καλώς νοούμενο συμφέρον του τέκνου. Η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το γονέα, ούτε να περιορισθεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αυτό επιβάλλεται για σπουδαίο λόγο.
ΜονΠρΘεσ 68/2010 Αρμ 2011.778
Διάσταση.
Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μονος ο άλλος σύζυγος. Εξαίρεση προβλέπεται για τα έπιπλα, τα μαγειρικά σκεύη και τα υπόλοιπα αντικείμενα που εξυπηρετούσαν οικιακές ανάγκες, η χρήση των οποίων μπορεί υπό προϋποθέσεις να παραχωρηθεί στον άλλο σύζυγο. Κινητά που ανήκουν και στους δύο συζύγους κατανέμονται σύμφωνα με τις προσωπικές ανάγκες τους, όπως προκύπτουν από τη χωριστή εγκατάσταση κάθε συζύγου.
ΕφΘεσ 66/2010 Αρμ 2011.812
Αοριστία.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, πρέπει να διαλαμβάνει, όχι απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον μεν εναγόμενο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να τάξει τις κατάλληλες αποδείξεις
ΕφΘεσ 336/2009 Αρμ 2011/229
Διατροφή.
Οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, αναξάρτητα αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλο πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.
ΜονΠρΘεσ 39179/2009 Αρμ 2011/236
Διατροφή ενηλίκου τέκνου
Δικαίωμα διατροφής εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του η από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίταιρα ενόψει των αναγκών εκπαίδευσης
ΜονΠρΘεσ 39179/2009 Αρμ 2011/236
Διατροφή ενηλίκου τέκνου
Δικαίωμα διατροφής εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του η από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίταιρα ενόψει των αναγκών εκπαίδευσης
ΕφΘεσ 1440/2009 Αρμ 2011.25
Αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων.
Η αρχή αυτή περιλαμβάνει α. Την ελευθερία συνάψεως ή μη συνάψεως κάποιας συμβάσεως β. Την ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της, με την έννοια ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν μια επώνυμη ή μια ανώνυμη ή μια μικτή σύμβαση. Ενοχή παράγουν όχι μόνο συμβάσεις που ρυθμίζονται από το νόμο, αλλά και κάθε σύμβαση μη ρυθμιζόμενη γενικά από το νόμο.
ΜονΠρΘεσ 913/2009 Αρμ 2011. 36
Προσωρινός διαχειριστής οριζοντίων ιδιοκτησιών
Αν δεν υπάρχει κανονισμός τόσο επί οριζόντιας, όσο και επί κάθετης ιδιοκτησίας ή δεν έχει οριστεί διαχειριστής, εφόσον δεν υπάρχει ομοφωνία των συνιδιοκτητών για τη διενέργεια υλικών και νομικών πράξεων διοικήσεως επί των κοινών, δεν αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 790 ΑΚ, ώστε να ορισθεί διαχειριστής για τη διενέργεια των πράξεων αυτών. Ο προσωρινός διαχειριστής γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
ΒουλΣυμβΠλημΑθ 2870/2010 Αρμ 2011.99
Παράβαση καθήκοντος
Για τη στοιχειοθέτηση του εγλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α, 263α ΠΚ, απαιτείται παράβαση του καθήκοντος της υπηρεσίας αυτού, που καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, με γνώση εκ μέρους του και θέληση να παραβεί το καθήκον του, με σκοπό η συμπεριφορά του αυτή, όπως αναπτύσσεται, να οδηγήσει στην πρόκληση βλάβης ή την απόκτηση οφέλους, μεταξύ δε αυτής και του σκοπού πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, εάν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος προσπορισμού του σκοπούμενου οφέλους ή βλάβης
ΕφΘεσ 2807/2009 Αρμ 2011.31
Αδικοπραξία. Αιτιώδης συνάφεια.
Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριοφοράς και της ζημίας που προκαλείται υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ήταν επαρκής, ικανή, πρόσφορη, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Δημοσίευση σχολίου