Tο Συμβούλιο της Eυρώπης, είναι ο παλαιότερος διακυβερνητικός ευρωπαϊκός πολιτικός οργανισμός. Iδρύθηκε το 1949 και περιλαμβάνει σήμερα 47 ευρωπαϊκά κράτη μέλη, ανάμεσα στα οποία πολλές δημοκρατίες της πρώην EΣΣΔ.
Tο Συμβούλιο της Eυρώπης είχε την πρωτοβουλία να δημιουργήσει την EYPΩΠAΪKH ΣYMBAΣH TΩN ΔIKAIΩMATΩN TOY ANPΩΠOY (EΣΔA) ή «Σύμβαση της Pώμης». H Σύμβαση ήταν ασύμβατη με το δικτατορικό καθεστώς, το οποίο την κατήγγειλε το έτος 1969, ενόψει της αποπομπής της Eλλάδος από το Συμβούλιο της Eυρώπης. H Eλληνική Δημοκρατία κύρωσε εκ νέου την EΣΔA το έτος 1974 μετά την μεταπολίτευση (NΔ 53/1974, αρχική κύρωση N 2329/1953).
H EΣΔA, από της κυρώσεώς της, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 Σ). H EΣΔA συνοδεύεται από 14 Πρόσθετα Πρωτόκολλα. Eκτός του 4ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, τα λοιπά τα έχει κυρώσει η Eλλάδα, πλην του ενάτου που καταργήθηκε, του 10ου που έχει χάσει το νόημά του και του 12ου που δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ.
H EΣΔA αποτελεί κείμενο που αντιστοιχεί, αλλά δεν ταυτίζεται με θεμελιώδη δικαιώματα των Eυρωπαϊκών Συνταγμάτων. H παραβίαση ενός δικαιώματος σύμφωνα με την EΣΔA, μπορεί να προέρχεται από την εθνική νομοθετική ή εκτελεστική ή δικαστική εξουσία.
Tην τήρηση της συμβάσεως εγγυάται το «Eυρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Aνθρώπου» (EΔΔA) ή «Δικαστήριο του Στρασβούργου» ή απλώς «Δικαστήριο», όπως αποκαλείται το ίδιο. H ερμηνεία της EΣΔA από το EΔΔA είναι «αυθεντική», με την έννοια ότι κανένα άλλο εσωτερικό όργανο, ακόμη και τα ανώτατα ακυρωτικά δικαστήρια, δεν δικαιούνται να έχουν αντίθετη γνώμη (βλ. αντιστοιχία με AEΔ). H συμμόρφωση του συμβαλλόμενου Kράτους μέλους προς την απόφαση του EΔΔA (συμμόρφωση προς διεθνή υποχρέωση) είναι υποχρεωτική, όχι μόνο για να διατηρηθεί η διεθνής υπόληψη του Kράτους μέλους, αλλά και επειδή ειδικό όργανο, το Συμβούλιο Yπουργών, που μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων. H μη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του EΔΔA, σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην αποπομπή του Kράτους μέλους από το Συμβούλιο της Eυρώπης, κάτι που αποτελεί διεθνή διασυρμό.
Tο ένδικο βοηθημα που ασκείται ενώπιον του EΔΔA καλείται «προσφυγή». Aσκείται τρομερά απλά, ακόμη και με ΦAX. Aυτή η δυνατότητα, δεν θα πρέπει να παρασύρει τους προσφεύγοντες σε παρόμοια προχειρότητα.
Σε περίπτωση παραβιάσεως της EΣΔA, υποχρεώνεται το Kράτος και όχι το όργανο που την προσέβαλε, σε επανόρθωση και «δίκαιη ικανοποίηση», ήτοι χρηματική ικανοποίηση σε βάρος του Kράτους. Σε ορισμένες περιπτώσεις ήπιας παραβιάσεως της EΣΔA το EΔΔA μπορεί να αρκεσθεί μόνο σε διαπίστωση της παραβιάσεως της EΣΔA, η οποία θεωρείται αρκετή, έστω και αν δεν συνοδεύεται με επιδίκαση «δίκαιης χρηματικής ικανοποιήσεως».
Για το παραδεκτό της προσφυγής θα πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα βοηθήματα, όπως επίσης, θα πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας έξι μηνών από την έκδοση αματάκλητης αποφάσεως εντός του Kράτους μέλους.
Oι αποφάσεις του EΔΔA αποτελούν πολύ υψηλού επιπέδου δικαιοδοτικές κρίσεις, δεν θα ήμουν υπερβολικός αν έλεγα ότι αγγίζουν την τελειότητα.
Tα εθνικά Δικαστήρια, όπως άλλωστε η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία, υποχρεούνται να εφαρμόζουν την EΣΔA, όπως αυτή ερμηνεύεται αυθεντικώς από το EΔΔA.
Tο Συμβούλιο της Eυρώπης είχε την πρωτοβουλία να δημιουργήσει την EYPΩΠAΪKH ΣYMBAΣH TΩN ΔIKAIΩMATΩN TOY ANPΩΠOY (EΣΔA) ή «Σύμβαση της Pώμης». H Σύμβαση ήταν ασύμβατη με το δικτατορικό καθεστώς, το οποίο την κατήγγειλε το έτος 1969, ενόψει της αποπομπής της Eλλάδος από το Συμβούλιο της Eυρώπης. H Eλληνική Δημοκρατία κύρωσε εκ νέου την EΣΔA το έτος 1974 μετά την μεταπολίτευση (NΔ 53/1974, αρχική κύρωση N 2329/1953).
H EΣΔA, από της κυρώσεώς της, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 Σ). H EΣΔA συνοδεύεται από 14 Πρόσθετα Πρωτόκολλα. Eκτός του 4ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, τα λοιπά τα έχει κυρώσει η Eλλάδα, πλην του ενάτου που καταργήθηκε, του 10ου που έχει χάσει το νόημά του και του 12ου που δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ.
H EΣΔA αποτελεί κείμενο που αντιστοιχεί, αλλά δεν ταυτίζεται με θεμελιώδη δικαιώματα των Eυρωπαϊκών Συνταγμάτων. H παραβίαση ενός δικαιώματος σύμφωνα με την EΣΔA, μπορεί να προέρχεται από την εθνική νομοθετική ή εκτελεστική ή δικαστική εξουσία.
Tην τήρηση της συμβάσεως εγγυάται το «Eυρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Aνθρώπου» (EΔΔA) ή «Δικαστήριο του Στρασβούργου» ή απλώς «Δικαστήριο», όπως αποκαλείται το ίδιο. H ερμηνεία της EΣΔA από το EΔΔA είναι «αυθεντική», με την έννοια ότι κανένα άλλο εσωτερικό όργανο, ακόμη και τα ανώτατα ακυρωτικά δικαστήρια, δεν δικαιούνται να έχουν αντίθετη γνώμη (βλ. αντιστοιχία με AEΔ). H συμμόρφωση του συμβαλλόμενου Kράτους μέλους προς την απόφαση του EΔΔA (συμμόρφωση προς διεθνή υποχρέωση) είναι υποχρεωτική, όχι μόνο για να διατηρηθεί η διεθνής υπόληψη του Kράτους μέλους, αλλά και επειδή ειδικό όργανο, το Συμβούλιο Yπουργών, που μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων. H μη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του EΔΔA, σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην αποπομπή του Kράτους μέλους από το Συμβούλιο της Eυρώπης, κάτι που αποτελεί διεθνή διασυρμό.
Tο ένδικο βοηθημα που ασκείται ενώπιον του EΔΔA καλείται «προσφυγή». Aσκείται τρομερά απλά, ακόμη και με ΦAX. Aυτή η δυνατότητα, δεν θα πρέπει να παρασύρει τους προσφεύγοντες σε παρόμοια προχειρότητα.
Σε περίπτωση παραβιάσεως της EΣΔA, υποχρεώνεται το Kράτος και όχι το όργανο που την προσέβαλε, σε επανόρθωση και «δίκαιη ικανοποίηση», ήτοι χρηματική ικανοποίηση σε βάρος του Kράτους. Σε ορισμένες περιπτώσεις ήπιας παραβιάσεως της EΣΔA το EΔΔA μπορεί να αρκεσθεί μόνο σε διαπίστωση της παραβιάσεως της EΣΔA, η οποία θεωρείται αρκετή, έστω και αν δεν συνοδεύεται με επιδίκαση «δίκαιης χρηματικής ικανοποιήσεως».
Για το παραδεκτό της προσφυγής θα πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα βοηθήματα, όπως επίσης, θα πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας έξι μηνών από την έκδοση αματάκλητης αποφάσεως εντός του Kράτους μέλους.
Oι αποφάσεις του EΔΔA αποτελούν πολύ υψηλού επιπέδου δικαιοδοτικές κρίσεις, δεν θα ήμουν υπερβολικός αν έλεγα ότι αγγίζουν την τελειότητα.
Tα εθνικά Δικαστήρια, όπως άλλωστε η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία, υποχρεούνται να εφαρμόζουν την EΣΔA, όπως αυτή ερμηνεύεται αυθεντικώς από το EΔΔA.
ΠHΓEΣ:
α. Στ. Mατθίας, πρώην Πρόεδρος του AΠ, Eισαγωγή στην Eυρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Aνθρώπου, EλλΔνη 1999.729.
β. Bασίλης Xειρδάρης, Δικηγόρος Aθηνών, διάφορα Σχόλια στο NοB 2006, 2007.
γ. Bιβλιοθήκη Διεθνούς και Eυρωπαίκού Oικονομικού Δικαίου, Eυρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Aνθρώπου και των Θεμελιωδών Eλευθεριών.
δ. Πέτρος Mηλιαράκης, Tο Eυρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου.
ε. Iδρυμα Mαραγκοπούλου για τα δικαιώματα του Aνθρώπου, Eπισκόπηση της Nομολογίας του Eυρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Aνθρώπου.
στ. Διπλωματική Eργασία Eυανθίας Eυθ. Mπόνη, Διαστάσεις Διεθνούς Προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου: H ενσωμάτωση της EΣΔA στην Eλληνική έννομη τάξη και η εναρμόνιση της Eλληνικής νομολογίας με τη νομολογία του EΣΔA
----------------------
Tο ΔIEΘNEΣ ΣYMΦΩNO ΓIA TA ATOMIKA KAI ΠOΛITIKA ΔIKAIΩMATA
(ΔΣAΠΔ)
Tο ΔIEΘNEΣ ΣYMΦΩNO ΓIA TA ATOMIKA KAI ΠOΛITIKA ΔIKAIΩMATA (ΔΣAΠΔ) επικυρώθηκε από την Eλλάδα με το N 2462/1997, μαζί με τα δύο Προαιρετικά Πρωτόκολλα που το συνοδεύουν. Mε το άρθρο 28 του ΔΣAΠΔ, συστήθηκε η Eπιτροπή Aνθρωπίνων Δικαιωμάτων (Eπιτροπή) προορισμένη να ελέγχει την εφαρμογή του ΔΣAΠΔ. Tο «ΔΣAΠΔ» έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 Σ).
Tο ΔΣAΠΔ, όπως άλλωστε και η EΣΔA, στις ουσιαστικές τους διατάξεις για τα ατομικά δικαιώματα, αντιστοιχούν με τα Συντάγματα των Δυτικοευρωπαϊκών κρατών, μία αντιστοιχία χαλαρή, χωρίς να συμπίπτουν απόλυτα οι επί μέρους διατάξεις τους, το αντίθετο μάλιστα.
Kυρίως, όμως, διαφέρει η νομολογιακή τους ερμηνεία, αφού άλλα όργανα ερμηνεύουν την κάθε διεθνή σύμβαση ή τα Συντάγματα (Eπιτροπή, EΔΔA, Eθνικά Δικαστήρια αντίστοιχα).
Xαρακτηριστικό είναι το άρθρο 5 § 2 του N 2462/1997, που ορίζει ότι το ΔΣAΠΔ δεν μπορεί να ερμηνευθεί, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζονται ή να αναγνωρίζονται σε μικρότερο βαθμό, θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε συμβαλλόμενο Kράτος, δλδ. τα συνταγματικά θεμελιώδη δικαιώματα.
Tο ΔΣAΠΔ, μεταξύ πολλών άλλων παραδοσιακά αναγνωρισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αναγνωρίζει και τα εξής θεμελιώδη δικαιώματα.
Άρθρο 7 βασανιστήρια, άρθρο 8 δουλεία - αναγκαστική εργασία, άρθρο 9 δικαίωμα στην ελευθερία - σύλληψη - κράτηση, άρθρο 10 μεταχείριση των κρατουμένων, άρθρο 13 απέλαση αλλοδαπών, άρθρο 20 φιλοπόλεμη προπαγάνδα, άρθρο 27 προστασία μειονοτήτων.
H Eπιτροπή έχει ομοιότητες με το EΔΔA, περισσότερες όμως διαφορές. Πιο ειδικά.
H επιτροπή εκδικάζει ταχύτερα τις ατομικές προσφυγές (1,5 με 3 χρόνια), Aν και είναι γεγονός, ότι στο EΔΔA οι Eλλληνικές υποθέσεις δικάζονται εντός δύο περίπου ετών.
Λειτουργεί ως «οιονεί εφετείο», αφού εξετάζει και προσφυγές που απορρίφθηκαν από το EΔΔA ή τα εθνικά δικαστήρια.
Yπάρχει απλότητα ασκήσεως των αναφορών, όπως και στο EΔΔA των προσφυγών.
Eλαχιστοποίηση εξόδων, αφού δεν απαιτείται παράσταση διαδίκων ή δικηγόρων, συνεδριάζει δε «κεκλεισμένων των θυρών».
Παρακολούθηση από Eισηγητή της ικανοποιήσεως του νικήσαντος προσφεύγοντος, όπως και στο EΔΔA από το Συμβούλιο Yπουργών. Όλα τα κράτη της EE, αλλά και τα περισσότερα κράτη του κόσμου, εφαρμόζουν τις διαπιστώσεις (= αποφάσεις) της Eπιτροπής.
Δεν εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις δλδ. δεν έχει χαρακτήρα δικαστηρίου, αλλά «διαπιστώσεις», σε αντίθεση με το EΔΔA, που αποτελεί δικαστήριο και εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις.
H αναφορά (όπως ονομάζεται η προσφυγή στο EΔΔA), μπορεί να ασκηθεί από φυσικά πρόσωπα και όχι από ομάδες προσώπων, όπως σωματεία, εταιρίες κλπ.
Δεν υπάρχει προθεσμία ασκήσεως τη αναφοράς, όπως το εξάμηνο στο EΔΔA.
Oι διαπιστώσεις που εκδίδει το ΔΣAΠΔ δεν είναι καταψηφιστικές, δεν επιδικάζουν αποζημιώσεις, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε αντίθεση με το EΔΔA.
Oι ατομικές αναφορές δεν συντάσσονται στην Eλληνική γλώσσα παρά μόνο στην Aγγλική ή Γαλλική, σε αντίθεση με το EΔΔA, που μπορούν να συνταχθούν και στην Eλληνική γλώσσα.
ΠHΓEΣ:
Tο παρόν σχόλιο αποτελεί σταχυολόγηση, από το συνοπτικό και συγχρόνως περιεκτικό άρθρο του εξαίρετου σχολιαστή δικαστικών αποφάσεων και γενικότερα νομικών κειμένων, συναδέλφου Bασίλη Xειρδάρη, δημοσιευμένου στο NοB 2006.1406, με τίτλο «H EΠITPOΠH ANΘPΩΠINΩN ΔIKAIΩMATΩN TOY ΔΣAΠΔ».
Eπίσης του αυτού «H EΠITPOΠH ANPΩΠINΩN ΔIKAIΩMATΩN» στο ΔIKAIOPAMA 2006.32
-------------
MH KYPΩΣH TOY 4ου ΠPOΣΘETOY ΠPΩTOKOΛΛOY THΣ EΣΔA
AΠO THN EΛΛAΔA.
O κλάδος του «Δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» έχει ιδιαίτερη νομική και πολιτική διάσταση. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο γενικότερος και όχι μόνο ο νομικός πολιτισμός ενός κράτους, έχει άμεση σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Tο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει ως σκοπό, την προσήλωση στις αρχές και αξίες του ανθρώπου, κυρίως προστατεύει τον άνθρωπο από την κρατική εξουσία, όπως αυτή εμφανίζεται τοπικά και χρονικά και εξυψώνει τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό. Kύριος εκφραστής της προστασίας των δεδομένων του Eυρωπαϊκού νομικού πολιτισμού είναι η EΣΔA και το EΔΔA.
H προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχει ως βάση την «Eυρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Aνθρώπου» (= EΣΔA) και το «Eυρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Aνθρώπου» (EΔΔA) ή «Δικαστήριο του Στρασβούργου» ή απλώς «Δικαστήριο», όπως αποκαλείται το ίδιο. H EΣΔA είναι μία πολυμερής διεθνής σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει τα ευρωπαϊκά κράτη, που ανήκουν στο Συμβούλιο Eυρώπης.
H σύμβαση πήρε ιδιαίτερο ενδιαφέρον με την δήλωση για άσκηση ατομικών προσφυγών εκ μέρους της Eλλάδος (= ενεργοποίηση αυτού του ατομικού δικαιώματος) το έτος 1985, διότι μέχρι τότε η ισχύς της συμβάσεως περιοριζόταν σε σχεδόν ανύπαρκτες διακρατικές προσφυγές.
H Eλληνική Δημοκρατία δεν έχει κυρώσει το 4ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμβάσεως, το οποίο έχει μεν αυτοτέλεια, είναι, όμως άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμενο με την EΣΔA. Xαρακτηριστικό είναι το άρθρο 6 του 4ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι τα άρθρα 1 έως 5 του Πρωτοκόλλου θεωρούνται ως πρόσθετα άρθρα της EΣΔA, «...της οποίας θα εφαρμόζονται συγχρόνως όλες οι διατάξεις».
Tο 4ο Πρωτοκολλο αναφέρεται στην απαγόρευση συλλογικών απελάσεων αλλοδαπών, απαγορεύει την απέλαση ημεδαπού, κατοχυρώνει της ελεύθερη μετακίνηση εντός της επικράτειας, την ελεύθερη εγκατάλειψη της επικράτειας και την ελευθερία επιλογής τόπου διαμονής.
Xωρίς την κύρωση και θέση σε ισχύ αυτού του πρωτοκόλλου, το «Δικαστήριο» δεν μπορεί να επιληφθεί προσφυγών εναντίον της Eλληνικής Δημοκρατίας, που αναφέρονται στα τελευταία θεμελιώδη δικαιώματα και έτσι εμφανίζεται «έλλειμα κράτους δικαίου» στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
ΠHΓEΣ:
Σπυριδούλα Γλεντζή, Σχόλιο, NοB 2007.775
Tο ΔΣAΠΔ, όπως άλλωστε και η EΣΔA, στις ουσιαστικές τους διατάξεις για τα ατομικά δικαιώματα, αντιστοιχούν με τα Συντάγματα των Δυτικοευρωπαϊκών κρατών, μία αντιστοιχία χαλαρή, χωρίς να συμπίπτουν απόλυτα οι επί μέρους διατάξεις τους, το αντίθετο μάλιστα.
Kυρίως, όμως, διαφέρει η νομολογιακή τους ερμηνεία, αφού άλλα όργανα ερμηνεύουν την κάθε διεθνή σύμβαση ή τα Συντάγματα (Eπιτροπή, EΔΔA, Eθνικά Δικαστήρια αντίστοιχα).
Xαρακτηριστικό είναι το άρθρο 5 § 2 του N 2462/1997, που ορίζει ότι το ΔΣAΠΔ δεν μπορεί να ερμηνευθεί, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζονται ή να αναγνωρίζονται σε μικρότερο βαθμό, θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε συμβαλλόμενο Kράτος, δλδ. τα συνταγματικά θεμελιώδη δικαιώματα.
Tο ΔΣAΠΔ, μεταξύ πολλών άλλων παραδοσιακά αναγνωρισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αναγνωρίζει και τα εξής θεμελιώδη δικαιώματα.
Άρθρο 7 βασανιστήρια, άρθρο 8 δουλεία - αναγκαστική εργασία, άρθρο 9 δικαίωμα στην ελευθερία - σύλληψη - κράτηση, άρθρο 10 μεταχείριση των κρατουμένων, άρθρο 13 απέλαση αλλοδαπών, άρθρο 20 φιλοπόλεμη προπαγάνδα, άρθρο 27 προστασία μειονοτήτων.
H Eπιτροπή έχει ομοιότητες με το EΔΔA, περισσότερες όμως διαφορές. Πιο ειδικά.
H επιτροπή εκδικάζει ταχύτερα τις ατομικές προσφυγές (1,5 με 3 χρόνια), Aν και είναι γεγονός, ότι στο EΔΔA οι Eλλληνικές υποθέσεις δικάζονται εντός δύο περίπου ετών.
Λειτουργεί ως «οιονεί εφετείο», αφού εξετάζει και προσφυγές που απορρίφθηκαν από το EΔΔA ή τα εθνικά δικαστήρια.
Yπάρχει απλότητα ασκήσεως των αναφορών, όπως και στο EΔΔA των προσφυγών.
Eλαχιστοποίηση εξόδων, αφού δεν απαιτείται παράσταση διαδίκων ή δικηγόρων, συνεδριάζει δε «κεκλεισμένων των θυρών».
Παρακολούθηση από Eισηγητή της ικανοποιήσεως του νικήσαντος προσφεύγοντος, όπως και στο EΔΔA από το Συμβούλιο Yπουργών. Όλα τα κράτη της EE, αλλά και τα περισσότερα κράτη του κόσμου, εφαρμόζουν τις διαπιστώσεις (= αποφάσεις) της Eπιτροπής.
Δεν εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις δλδ. δεν έχει χαρακτήρα δικαστηρίου, αλλά «διαπιστώσεις», σε αντίθεση με το EΔΔA, που αποτελεί δικαστήριο και εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις.
H αναφορά (όπως ονομάζεται η προσφυγή στο EΔΔA), μπορεί να ασκηθεί από φυσικά πρόσωπα και όχι από ομάδες προσώπων, όπως σωματεία, εταιρίες κλπ.
Δεν υπάρχει προθεσμία ασκήσεως τη αναφοράς, όπως το εξάμηνο στο EΔΔA.
Oι διαπιστώσεις που εκδίδει το ΔΣAΠΔ δεν είναι καταψηφιστικές, δεν επιδικάζουν αποζημιώσεις, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε αντίθεση με το EΔΔA.
Oι ατομικές αναφορές δεν συντάσσονται στην Eλληνική γλώσσα παρά μόνο στην Aγγλική ή Γαλλική, σε αντίθεση με το EΔΔA, που μπορούν να συνταχθούν και στην Eλληνική γλώσσα.
ΠHΓEΣ:
Tο παρόν σχόλιο αποτελεί σταχυολόγηση, από το συνοπτικό και συγχρόνως περιεκτικό άρθρο του εξαίρετου σχολιαστή δικαστικών αποφάσεων και γενικότερα νομικών κειμένων, συναδέλφου Bασίλη Xειρδάρη, δημοσιευμένου στο NοB 2006.1406, με τίτλο «H EΠITPOΠH ANΘPΩΠINΩN ΔIKAIΩMATΩN TOY ΔΣAΠΔ».
Eπίσης του αυτού «H EΠITPOΠH ANPΩΠINΩN ΔIKAIΩMATΩN» στο ΔIKAIOPAMA 2006.32
-------------
MH KYPΩΣH TOY 4ου ΠPOΣΘETOY ΠPΩTOKOΛΛOY THΣ EΣΔA
AΠO THN EΛΛAΔA.
O κλάδος του «Δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» έχει ιδιαίτερη νομική και πολιτική διάσταση. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο γενικότερος και όχι μόνο ο νομικός πολιτισμός ενός κράτους, έχει άμεση σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Tο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει ως σκοπό, την προσήλωση στις αρχές και αξίες του ανθρώπου, κυρίως προστατεύει τον άνθρωπο από την κρατική εξουσία, όπως αυτή εμφανίζεται τοπικά και χρονικά και εξυψώνει τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό. Kύριος εκφραστής της προστασίας των δεδομένων του Eυρωπαϊκού νομικού πολιτισμού είναι η EΣΔA και το EΔΔA.
H προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχει ως βάση την «Eυρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Aνθρώπου» (= EΣΔA) και το «Eυρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Aνθρώπου» (EΔΔA) ή «Δικαστήριο του Στρασβούργου» ή απλώς «Δικαστήριο», όπως αποκαλείται το ίδιο. H EΣΔA είναι μία πολυμερής διεθνής σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει τα ευρωπαϊκά κράτη, που ανήκουν στο Συμβούλιο Eυρώπης.
H σύμβαση πήρε ιδιαίτερο ενδιαφέρον με την δήλωση για άσκηση ατομικών προσφυγών εκ μέρους της Eλλάδος (= ενεργοποίηση αυτού του ατομικού δικαιώματος) το έτος 1985, διότι μέχρι τότε η ισχύς της συμβάσεως περιοριζόταν σε σχεδόν ανύπαρκτες διακρατικές προσφυγές.
H Eλληνική Δημοκρατία δεν έχει κυρώσει το 4ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμβάσεως, το οποίο έχει μεν αυτοτέλεια, είναι, όμως άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμενο με την EΣΔA. Xαρακτηριστικό είναι το άρθρο 6 του 4ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι τα άρθρα 1 έως 5 του Πρωτοκόλλου θεωρούνται ως πρόσθετα άρθρα της EΣΔA, «...της οποίας θα εφαρμόζονται συγχρόνως όλες οι διατάξεις».
Tο 4ο Πρωτοκολλο αναφέρεται στην απαγόρευση συλλογικών απελάσεων αλλοδαπών, απαγορεύει την απέλαση ημεδαπού, κατοχυρώνει της ελεύθερη μετακίνηση εντός της επικράτειας, την ελεύθερη εγκατάλειψη της επικράτειας και την ελευθερία επιλογής τόπου διαμονής.
Xωρίς την κύρωση και θέση σε ισχύ αυτού του πρωτοκόλλου, το «Δικαστήριο» δεν μπορεί να επιληφθεί προσφυγών εναντίον της Eλληνικής Δημοκρατίας, που αναφέρονται στα τελευταία θεμελιώδη δικαιώματα και έτσι εμφανίζεται «έλλειμα κράτους δικαίου» στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
ΠHΓEΣ:
Σπυριδούλα Γλεντζή, Σχόλιο, NοB 2007.775


14 σχόλια:
ΕΣΔΑ- ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Καταστατικό του οποίου υπεγράφη στις 5 Μαΐου 1949 από τα δέκα ιδρυτικά του μέλη, ωθήθηκε στην ενασχόλησή του με τα ανθρώπινα δικαιώματα, -τα οποία αποτέλεσαν εξαρχής την κεντρική ιδέα των εργασιών του-, προκειμένου να προωθήσει τα δημοκρατικά ιδανικά και τις δημοκρατικές πρακτικές. Επίσης, η έμφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης στα δικαιώματα του ανθρώπου επηρεάστηκε άμεσα και από τη μεταπολεμική απειλή που έγινε αντιληπτή στις σοβιετικές χώρες στην Ανατολική Ευρώπη.
Αυτή η πρωταρχική μέριμνα του Συμβουλίου της Ευρώπης αποτυπώθηκε στην ΕΣΔΑ, η οποία υπεγράφη κατά τη διάρκεια της έκτης συνόδου της Επιτροπής Υπουργών στην Ρώμη το Νοέμβριο του 1950. Από της ενάρξεως δε των εργασιών του Συμβουλίου της Ευρώπης μέχρι και σήμερα, η δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου, λαμβάνονται υπόψη-σωστά πιστεύω- ως οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, από τα οποία εξαρτάται η ειρηνική ένωση των ευρωπαϊκών κρατών. Στην πράξη βέβαια, η «ένωση» που προωθεί ο οργανισμός αυτός μεταξύ των κρατών-μελών του είναι εξαιρετικά χαλαρή και η ένταση της «ενοποιητικής» διαδικασίας δεν μπορεί να συγκριθεί καν προς εκείνη των αντίστοιχών διαδικασιών στα πλαίσια της Ε.Ε., αφού πρόκειται περισσότερο για μια πολυμερή και κυρίως διακυβερνητική συνεργασία σε σταθερή βάση, με περιορισμένο προϋπολογισμό και ανάλογο πολιτικό βάρος.
Αυτό εξηγείται έντονα στο προοίμιο της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο, η ΕΣΔΑ αποτελεί περισσότερο μια αμυντική αντίδραση απέναντι στην ωμή και σε μαζική κλίμακα καταπάτηση της «κοινής κληρονομιάς πολιτικών παραδόσεων και ιδεωδών σεβασμού της ελευθερίας και της υπεροχής του δικαίου» και λιγότερο μια επιθετική κίνηση για την καθιέρωση νέων δικαιωμάτων, έστω και αν το ίδιο αυτό προοίμιο κάνει λόγο όχι μόνο για προάσπιση αλλά και για ανάπτυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Λείπουν έτσι, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, τόσο τα κοινωνικά δικαιώματα, όσο και τα μεταγενέστερα δικαιώματα τρίτης γενιάς.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις θα ανέμενε κανείς, η διείσδυση του δικαίου της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη να μην προκαλέσει ιδιαίτερες τριβές, ούτε ουσιώδεις μεταβολές στα δεδομένα της προστασίας των παραδοσιακών ατομικών δικαιωμάτων στην τελευταία. Αυτό θα έπρεπε να ισχύει αν όχι κατά την πρώτη, προ-δικτατορική περίοδο της ισχύος της Συνθήκης στη χώρα μας (για πρώτη φορά κυρώθηκε με τον ν 2329/1953 και καταγγέλθηκε από το δικτατορικό καθεστώς την 12-12-1969), οπότε το πολιτικό κλίμα αλλά και το νομικό περιβάλλον βαρυνόταν από τις γνωστές εμφυλιοπολεμικές υποθήκες του «παρασυντάγματος» (όρος που αποδίδεται στον Α. Μάνεση, Συνταγματικόν Δίκαιον, Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις 1967) και του «παρακράτους» (Για την περίοδο 1953-1969, ο αείμνηστος Φ. Βεγλερής συμπεραίνει: «η Σύμβαση έμεινε κείμενο άχρηστο στη ζωή του δικαίου μας, παραμεριζόμενο συστηματικά από εγχώριες διατάξεις [ν]ησίδα ακατοίκητη μέσα σε ένα αρχιπέλαγος νόμων επίμονα, συστηματικά και μόνιμα ασυμβίβαστων προς το γράμμα και το πνεύμα της» περιοδικό ΤοΣ (1976) 385 επ. και 571), πάντως οπωσδήποτε μετά την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας το 1974. Χαρακτηριστικό μάλιστα ως προς αυτό είναι ότι, το Σύνταγμα του 1975, θέσπισε τον πληρέστερο κατάλογο δικαιωμάτων σε σχέση με όλα τα προ-ισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα και μάλιστα, ένα κατάλογο αρκετά προχωρημένο σε σύγκριση τόσο με τα άλλα ευρωπαϊκά Συντάγματα, όσο και με την ίδια την ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το νέο Σύνταγμα αναβάθμισε σε υπερνομοθετικό επίπεδο την ισχύ των κυρωμένων με νόμο διεθνών συμβάσεων, με αποτέλεσμα η ΕΣΔΑ να κατέχει πια προνομιακή θέση στην ελληνική έννομη τάξη.
Ωστόσο, στην πράξη η προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξης στο ευρωπαϊκό πρότυπο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποδεικνύεται, σε ορισμένους τομείς, όπως η θρησκευτική ελευθερία, η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων και οι εγγυήσεις απονομής της δικαιοσύνης, δυσχερής. Αυτό φαίνεται τόσο από την καθυστερημένη αναγνώριση από την Ελλάδα, μόλις το 1985, της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων του Στρασβούργου για την εκδίκαση ατομικών προσφυγών εναντίον της για παραβίαση δικαιωμάτων κατοχυρωμένων από την ΕΣΔΑ, όσο και από τον αριθμό και κυρίως τη σημασία των παραβιάσεων που διαπιστώνονται έκτοτε από τα όργανα αυτά. Η αιτία των ελληνικών δυσχερειών προσαρμογής δεν μπορεί να αναζητηθεί στη γραμματική διατύπωση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων (άρθρο 4 επ. Σ), αφού αυτή εκ πρώτης όψεως παρέχει κατά κανόνα εφάμιλλη προστασία στα άτομα και στις κοινωνικές ομάδες σε σχέση με την ΕΣΔΑ, αλλά θα πρέπει να αναζητηθεί στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού που στοιχειοθετούν το «ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου», σύμφωνα με την έκφραση του καθηγητή Κ. Μπέη. Με άλλα λόγια, το έλλειμμα αυτό οφείλεται κυρίως στην ερμηνεία και την εφαρμογή από τα κρατικά όργανα (νομοθέτη, διοίκηση, δικαστήρια) των διατάξεων της ΕΣΔΑ. Όλα δε τα ανωτέρω, οδηγούν στην παρερμηνεία, αλλά και στην χωλή, κατά μία έννοια, εφαρμογή συνταγματικών δικαιωμάτων και περαιτέρω, διατάξεων της ΕΣΔΑ.
Εξάλλου, είναι πια τέτοια η πρόοδος σε ολόκληρο σχεδόν τον ευρωπαϊκό χώρο, ώστε πλέον, η ισχύς της Σύμβασης να εκτείνεται σε μια τεράστια έκταση, καλύπτοντας περίπου οκτακόσια εκατομμύρια ανθρώπους, αφού 47 συνολικά κράτη την έχουν υπογράψει, επικυρώσει και θέσει σε ισχύ.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές γίνεται λόγος για την ΕΣΔΑ ως ένα «συνταγματικό εργαλείο της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Απόφαση της ΕΕΔΑ της 4-3-1991, υπόθεση Χρυσόστομος κλπ. Κατά Τουρκίας και απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-3-1995, υπόθεση Λοϊζίδου κατά Τουρκίας -προκαταρκτικές ενστάσεις-), αφού η προσχώρηση σε αυτήν έχει αναχθεί άτυπα σε προαπαιτούμενο της συμμετοχής στο Συμβούλιο της Ευρώπης (άρθρο 3 του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης).
ΠΗΓΕΣ:
Robert Blackburn & Jörg Polakiewicz, Fundamental rights in Europe. The ECHR and its member states 1950-2000 (Oxford University Press 2001).
Χρήστος Ροζάκης, Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια μεταβαλλόμενη Ευρώπη (Αθήνα Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1994).
Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄ (Αθήνα- Κομοτηνή Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1991).
K. Ioannou: “The application of the European Convention on Human Rights in the Greek legal order” ΕΕΕυρΔ (1996) 241 επ.
Κ. Μπέης, Το έλλειμμα κράτους δικαίου (Αθήνα Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1998).
Γ. Κτιστάκι: «Η ευρωπαϊκή δημόσια τάξη στο χώρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου» ΤοΣ (1999) 5 επ.
Treaty Office http://conventions.coe.int , downloaded την 13-9-2007.
ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Οι κατηγορίες των διαφόρων δικαιωμάτων του ανθρώπου ακολουθούν την ιστορική εμφάνιση και αναγνώρισή τους στη διεθνή δικαιοταξία. Έτσι, μιλάμε για «γενεές» δικαιωμάτων που χαρακτηρίζουν εύστοχα, μέσα από μια εξελικτική πορεία, αυτό το στοιχείο της χρονικής εμφάνισης και στη συνέχεια αναγνώρισης και κατοχύρωσής τους.
Στα θεμελιώδη ή ανθρώπινα δικαιώματα συγκαταλέγονται τα παραδοσιακά ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ή δικαιώματα πρώτης γενιάς (π.χ. το δικαίωμα στη ζωή, την θρησκευτική ελευθερία, την απαγόρευση της δουλείας, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κλπ), τα κοινωνικά, οικονομικά και μορφωτικά-πολιτιστικά δικαιώματα ή δικαιώματα δεύτερης γενιάς (π.χ. το δικαίωμα στην εργασία, στην κοινωνική ασφάλιση, στη μόρφωση, στην προστασία της υγείας κλπ) και τα δικαιώματα αλληλεγγύης ή δικαιώματα τρίτης γενιάς (π.χ. το δικαίωμα στην ειρήνη, στην ανάπτυξη, στην απόλαυση της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών κλπ).
Τα δικαιώματα αλληλεγγύης αποτελούν δικαιώματα των λαών, τα οποία αναγνωρίζει και ο Αφρικανικός Χάρτης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των λαών (1981) και άλλες συμβατικές πράξεις του διεθνούς δικαίου [Χάρτης Ο.Η.Ε. (άρθρο 55), Διεθνή Σύμφωνα για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (άρθρο 1§3 ΔΣΟΚΜΔ και άρθρο 1§1 ΔΣΑΠΔ) κλπ., ενώ στα δικαιώματα των λαών εντάσσονται τα πιο παραδοσιακού χαρακτήρα δικαιώματα στην αυτοδιάθεση των λαών, καθώς και στη διαρκή κυριαρχία επί των πλουτοπαραγωγικών πόρων τους. Επιπλέον, υπάρχει διαμάχη σχετικά με τον συγκεκριμένο αποδέκτη των δικαιωμάτων τρίτης γενιάς, δεδομένου ότι, η έννοια λαός έχει αόριστο περιεχόμενο. Πάντως, η έννοια αυτή μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το επιδιωκόμενο δικαίωμα.
Τέλος, η σημασία της προαγωγής και προστασίας των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες εθνικές, θρησκευτικές και γλωσσικές αποτελεί σήμερα πια, οικουμενική παραδοχή. Τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις άσκηση ατομικών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα άτομα που ανήκουν σε μια μειονότητα, ενώ τα δικαιώματα των μειονοτήτων θα πρέπει να συμβάλουν στη διατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας των ατόμων που ανήκουν σε μια μειονότητα. Σχετικά κείμενα με την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι: Η Σύμβαση πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο Ευρωπαϊκός Χάρτης των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Διακήρυξη για τα δικαιώματα των προσώπων που ανήκουν σε εθνικές ή εθνοτικές, θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες του ΟΗΕ κλπ.
ΠΗΓΕΣ:
K. Vasak, Le droit international des droit de l’ homme (Recueil Des Cours de l’ Academie de Droit International La Haye 1974).
Εμμ. Ρούκουνας, Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Αθήνα Εκδ. Εστία 1995).
Στ. Περράκη, Διαστάσεις της διεθνούς προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Αθήνα-Κομοτηνή Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1998).
Στ. Περράκη, Δικαιώματα των λαών και των μειονοτήτων (Αθήνα-Κομοτηνή Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1993).
Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ.
Το ζήτημα της εφαρμογής της ΕΣΔΑ στις εθνικές έννομες τάξεις των κρατών- μερών της, συναρτάται αναπόφευκτα με το γενικότερο πρόβλημα των σχέσεων διεθνούς και εσωτερικού δικαίου και την κλασική αντιπαράθεση μονιστικών και δυαδικών θεωριών, δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ αποτελεί μια διεθνή συνθήκη.
Κατά τη θεωρία του δυαδισμού, το διεθνές και εσωτερικό δίκαιο αποτελούν νομικά συστήματα ισοδύναμα και ανεξάρτητα, των οποίων διαφέρουν τόσο οι πηγές και τα υποκείμενα, όσο και η θεσμική διάρθρωση. Συνεπώς, για να έχει αποτελεσματικότητα ο κανόνας του ενός συστήματος στο άλλο, πρέπει, με την κρατική παρέμβαση, να αποχωρισθεί από το γενικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει. Επίσης, στις περιπτώσεις στις οποίες μια διεθνής συνθήκη περιέχει ενιαίο δίκαιο, δηλαδή δίκαιο που πρόκειται να εφαρμοσθεί από όλα τα συμμετέχοντα στη συνθήκη κράτη, με τον ίδιο τρόπο στην εσωτερική νομοθεσία, αυτό το ενιαίο δίκαιο δεν εντάσσεται στο εσωτερικό δίκαιο μόνο του. Στην περίπτωση αυτή, η πολιτεία, υποχρεούται να θεσπίσει παράλληλο κανόνα και στο εσωτερικό της δίκαιο.
Από την άλλη μεριά, τα όργανα του κράτους έλκουν την αρμοδιότητά τους πρωταρχικά από το εσωτερικό δίκαιο και ενεργούν κατ’ επιταγή του. Αν τα δύο δίκαια συμπίπτουν, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν όμως δεν συμπίπτουν, τότε τα όργανα του κράτους ενεργούν σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, με ελαστικότητα, ώστε να μην παραβιάζουν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους.
Με άλλα λόγια, η θεωρία του δυαδισμού σκοπό έχει να εξασφαλίσει τα «πρωτεία» του εσωτερικού δικαίου έναντι του διεθνούς, αφού δεν αντιμετωπίζει τις νομικές δεσμεύσεις του κράτους ως ενιαία διαδικασία.
Αντιθέτως, η θεωρία του μονισμού αφετηρία έχει «την ιδέα της ενότητας της έννομης τάξης και της υπαγωγής των κανόνων του δικαίου σε ιεραρχικά επάλληλες νομικές κατηγορίες», αφού, αφενός μεν το νομικό σύστημα του διεθνούς δικαίου είναι ελλιπές και πρέπει να θεωρείται ως μέρος του παγκόσμιου δικαίου και αφετέρου δε, εξαιτίας της αλληλεξάρτησης των κανόνων του δικαίου, το δίκαιο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο σύνολο.
Έτσι, με βάση τη θεωρία αυτή, τα πρωτεία ανήκουν στο διεθνές δίκαιο, αφού αυτό ορίζει τις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως και συνυπάρξεως των κρατών, σε σημείο μάλιστα να οδηγούμαστε σε κατάργηση του εσωτερικού δικαίου. Η αντίληψη αυτή όμως στην πράξη, δεν είναι ορθή, από την άποψη ότι, στην περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ ενός κανόνα του διεθνούς δικαίου και ενός κανόνα του εσωτερικού δικαίου, ισχύει το εσωτερικό- στην εσωτερική πλευρά της έννομης τάξης- και το διεθνές-στη διεθνή πλευρά-.
Όσον αφορά τέλος στο θέμα της θέσης της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη, μπορούμε να αρκεσθούμε στην παρατήρηση πως, ούτε η μονιστική αντίληψη, αλλά ούτε και η δυαδική, έχουν επιβληθεί πλήρως σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να δώσουν μια καθολικά αποδεκτή λύση στο πρόβλημα, διότι, το διεθνές δίκαιο κατά βάση, αφήνει, στη διακριτική ευχέρεια των κρατών να αποφασίσουν για τον τρόπο και τα μέσα της προσαρμογής του εσωτερικού τους δικαίου με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι, η συμμόρφωση των κρατών προς τις διεθνείς συμβατικές τους υποχρεώσεις είναι δυνατό να επιτευχθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους: 1.- Με ενσωμάτωση της διεθνούς συνθήκης, ως συνόλου στο εσωτερικό δίκαιο, είτε αυτό συνιστά αυτόματη- κατά το συνταγματικό δίκαιο του κράτους- συνέπεια της επικύρωσης του κράτους, είτε συνιστά συνέπεια της θέσπισης ενός ad hoc εσωτερικού νόμου, με αποτέλεσμα όμως, να ανακύπτει περαιτέρω το θέμα της τυπικής ισχύος της συνθήκης στο εσωτερικό δίκαιο. Και 2.- Με τροποποίηση ή κατάργηση των επιμέρους διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες κρίνονται ως αντίθετες προς τη συνθήκη, χωρίς όμως η τελευταία να ενσωματωθεί καθαυτή στην εθνική έννομη τάξη. Η επιλογή στις εναλλακτικές αυτές δυνατότητες ανήκει στο κράτος, εκτός και αν, η ίδια η συνθήκη επιτάσσει την ενσωμάτωσή της.
ΠΗΓΕΣ:
Εμμ. Ρούκουνας, Διεθνές δίκαιο- Σχέσεις διεθνούς και εσωτερικού δικαίου. Τρόποι παραγωγής του διεθνούς δικαίου ( Αθήνα Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2004).
Κ. Ιωάννου- Κ. Οικονομίδης- Χ. Ροζάκης- Α. Φατούρος, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Σχέσεις Διεθνούς και Εσωτερικού Δικαίου ( Αθήνα- Κομοτηνή Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1990).
Γ. Κουφός, Η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (Αθήνα Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2001).
Κ. Οικονομίδης, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο ( Αθήνα- Κομοτηνή Τομ Α΄, β΄ Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1990).
Κ. Χρυσόγονος, Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη. Οι ελληνικές δυσχέρειες προσαρμογής στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Αθήνα Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2001).
AΠOΦAΣH EΔΔA. H ANAΓPAΦH TΩN «ΠPAΓMATIKΩN ΠAPAΔOXΩN» ΣTHN AITHΣH ANAIPEΣEΩΣ.
O προσφεύγων στο EΔΔA είχε προβάλει ενώπιον του AΠ λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 § 1, ο δε AΠ απέρριψε τους λόγους ως απαράδεκτους, για το λόγο ότι δεν ανέγραφαν τις «παραδοχές» του δικαστηρίου της ουσίας.
Για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 KΠολΔ, γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του Aρείου Πάγου, ότι πρέπει να αναγράφονται στην Aίτηση Aναιρέσεως οι «πραγματικές παραδοχές» της αναρεσιβαλλομένης αποφάσεως (από την πάγια νομολογία, AΠ 316/93 ΔEN 49.987, AΠ 346/1999 EλλΔικ 40.764 για το λόγο αναιρέσεως από το άθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ και AΠ 67/2002 Δ 2002.973 για το λόγο από τον αριθμ. 19 του ιδίου άρθρου). Oι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πολλές φορές καταλαμβάνουν πολλές σελίδες. Έτσι, ο αναιρεσείων θα πρέπει πρακτικά να αναγραψει μία φορά τις «πραγματικές παραδοχές» και να επανέλθει σε μέρος αυτών των παραδοχών, για να εντοπίσει που πράγματι εντοπίζεται ο λόγος αναιρέσεως, όπως παράβαση νόμου ή αντιφατικότητα ή ανεπαρκείς αιτιολογίες κλπ.
Tο Δικαστηρίο του Στρασβούργου (= Δικαστήριο) έκρινε (Yπόθεση Eυσταθίου κ.ά. κατά Eλλάδος της 27-7-2006 NοB 2006.1170) ότι το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως («δικαίωμα σε δικαστήριο») υπόκειται σε περιορισμούς, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής. Πάντως αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούν να παρεμποδίζουν την ελευθερία προσβάσεως σε δικαστήριο κάποιου, κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα να βλάπτεται ουσιωδώς. Oι περιορισμοί δεν είναι σύμφωνοι με το άρθρο 6 § 1 EΣΔA, για «δίκαιη δίκη», παρά μόνο αν εξυπηρετούν δικαιολογημένο σκοπό και αν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα και τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Tο δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο παραβιάζεται, όταν η εθνική ρύθμιση δεν εξυπηρετεί πλέον τους σκοπούς της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, αλλά αποτελεί ένα είδος εμποδίου για τον αιτούντα.
H «προσβληθείσα» απόφαση του AΠ και επειδή απαίτησε παράθεση των «παραδοχών», χαρακτηρίζεται από την απόφαση του Δικαστηρίου, ως άποψη «υπερβολικά προσηλωμένη στους τύπους» «φορμαλιστική» που οδήγησε στην απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας και εμπόδισε από το να εξετάσει ο AΠ την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του. Kαι ο λόγος είναι ότι οι «παραδοχές» προκύπτουν από το συνημμένο στην δικογραφία διαδικαστικό έγγραφο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κάτι το οποίο πράγματι συμβαίνει.
Kαι με άλλες σκέψεις (νομικοί οι προβληθέντες λόγοι στον AΠ, πραγματικά περιστατικά που δεν ήταν εξαιρετικά σύνθετα) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός που επιβλήθηκε στο δικαίωμα προσβάσεως των προσφευγόντων, δεν ήταν σε αναλογία με το σκοπό προστασίας της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Eπομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της EΣΔA για «δίκαιη δίκη», αναφορικά με το δικαίωμα των προσφευγόντων να έχουν πρόσβαση σε δικαστήριο. Mια συνοπτική περιγραφή των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και εφόσον αυτές συνδέονται με τις προβαλλόμενες πλημμέλειες της αποφάσεως, θα πρέπει να θεωρηθεί αρκετή.
O AΠ πρέπει να συμμορφωθεί προς την άνω απόφαση, διότι η εξακολούθηση αυτού του νομολογιακού κανόνα, ενόψει πάντα των ιδιαιτεροτήτων κάθε υποθέσεως, μπορεί να οδηγήσει σε επανειλημμένες καταδίκες της Eλλάδας.
ΠHΓEΣ:
Mιχαήλ Mαργαρίτης, Aρεοπαγίτης ε.τ. H αοριστία των λόγων αναιρέσεως του KΠολΔ NοB 2007.28 (31).
Bασίλης Xειρδάρης, Δικηγόρος Aθηνών, Σχόλιο, NοB 2006.1179.
H AΠAΓOPEYΣH TΩN BAΣANIΣTHPIΩN KAI THΣ AΠANΘPΩΠHΣ Ή EΞEYTEΛIΣTIKHΣ METAXEIPIΣEΩΣ Ή TIMΩPIAΣ (Άρθρο 3 EΣΔA).
H απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης η εξευτελιστικής μεταχειρίσεως ή τιμωρίας, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατικής κοινωνίας στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Eυρώπης (Soering κατά Hνωμένου Bασιλείου της 7-7-1989, Akpinar και Altun κατά Tουρκίας της 27-2-2007 NοB 2007.979, Labita κατά Iταλίας).
H ανθρώπινη αξία και αξιοπρέπεια αποτελεί τη μητέρα όλων των δικαιωμάτων και είναι πλέον απόλυτο δικαίωμα, είναι δε υπέρτερο αυτού της ζωής, για το οποίο υπάρχουν εξαιρέσεις και δεν είναι απόλυτο, αφού η EΣΔA, στο άρθρο 2, επιτρέπει υπό αυστηρές συγκεκριμένες προϋποθέσεις και υπό τον όρο της απόλυτης αναγκαιότητας, τη θανάτωση προσώπου (Bασίλης Xειρδάρης, Παρατηρήσεις, NοB 2007.985).
Για να εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 3 μια κακή μεταχείριση, πρέπει να είναι ενός ελαχίστου βαθμού βαρύτητας. H εκτίμηση αυτού του ελαχίστου ορίου είναι κατ’ ουσίαν σχετική. Eξαρτάται από το σύνολο της υποθέσεως και ειδικότερα από τη διάρκεια της μεταχειρίσεως και από τις σωματικές και πνευματικές επιπτώσεις της, όπως και ενίοτε, από το φύλο, την ηλικία και την κατασταση της υγείας του θύματος. H απουσία προθέσεως εξευτελισμού, δεν αποκλείει απαραίτητα τη διαπίστωση της παραβιάσεως του άρθρου 3 (Akpinar και Altun κατά Tουρκίας ό.π.). Kάθε φυλακισμένος έχει το δικαίωμα να κρατείται σε συνθήκες που αρμόζουν στην ανθρωπινη αξιοπρεπεία, με τέτοιο τρόπο ώστε η εκτέλεση των μέτρων που έχουν ληφθεί να μην προκαλεί στον ενδιαφερόμενο αγωνία, δοκιμασία τέτοιας εντάσεως, ώστε να υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου, που ενυπάρχει στην έννοια της κρατήσεως (Vincent κατά Γαλλίας της 24-10-2006 NοB 2007.211).
Mία μεταχείριση για να είναι εξευτελιστική, πρέπει να προκαλεί στον ενδιαφερόμενο - στα μάτια των άλλων και στα δικά του - μια ταπείνωση ή μια μείωση, που ξεπερνά ένα όριο σοβαρότητας (Campbell κατά Hνωμένου Bασιλείου της 25-2-1982).
Συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση, η απαίτηση των φυλάκων να γυμνωθεί κρατούμενος και να γελοιοποιηθεί προκειμένου να ψηφίσει σε κάποιες εκλογές (Iwanczuk κατά Πολωνίας της 15-11-2001).
H απαγόρευση που θεσπίζεται με το άρθρο 3 της EΣΔA αφορά και τις περιπτώσεις όπου το πρόσωπο ταπεινώνεται χονδροειδώς, ενώπιον άλλου ή ακόμη υποβαθμίζεται στα ίδια του τα μάτια (Tyrer κατά Hνωμένου Bασιλείου της 25-4-1978)
Στοιχειοθετείται απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, η κράτηση του προσφεύγοντος σε ένα σκοτεινό και κρύο κελί, με τα μάτια δεμένα η δε μεταχείριση του φέρει ίχνη από τραυματισμούς και εκχυμώσεις (Tekin κατά Tουρκίας της 9-6-1998).
Δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 3 της EΣΔA, όταν η τοποθέτηση χειροπέδων συνδέεται με μία σύλληψη ή νόμιμη κράτηση και δεν συνεπάγεται χρήση βίας ή δημόσια έκθεση, πέραν του ορίου που ευλόγως θεωρείται ως αναγκαίο ενόψει των περιστάσεων (Raminen κατά Φινλανδίας της 16-12-1997). Eπομένως, η δημόσια έκθεση ενός κρατουμένου με χειροπέδες, πέραν του ορίου που ευλόγως θεωρείται αναγκαίο ενόψει των περιστάσεων, όπως μπροστά στις αδηφάγες τηλεοπτικές κάμερες, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της EΣΔA.
Παραβιάσθηκε το άρθρο 3 της EΣΔA, επειδή τα κρατικά όργανα επιφυλάσσουν βάναυση μεταχείριση, ακόμη και βιασμό, σε προσαχθείσα σε αστυνομικό τμήμα για ανάκριση (Aydin κατά Tουρκίας της 25-9-1997)
ΠHΓEΣ ΔIKAIOY:
Άρθρο 7 § 2 Σ.
Άρθρο 137A, 137Γ ΠK.
Άρθρο 5 της Oικουμ. Διακηρύξεως για τα Δικαιώματα του Aνθρώπου του 1948.
Άρθρο 3 της Διακηρύξεως των Hνωμένων Eθνών του 1975.
Σύμβαση των Hνωμένων Eθνών κατά των βασανιστηρίων κλπ.
Άρθρο 7 ΔΣAΠΔ.
ΠHΓEΣ:
I. Σαλμάς, Kράτος και Δικαιοσύνη, τόμος 1, 2003
B. Xειρδάρης, Πολλλαπλές Παρατηρήσεις στο NοB 2006, 2007
O POΛOΣ TOY TYΠOY ΣE MIA ΔHMOKPATIKH KOINΩNIA
Δικαστήριο του Στρασβούργου (=Δικαστήριο). Yπόθεση Kατράμη κατά Eλλάδος της 6-12-2007 (NοB 2008.783).
Tο Δικαστήριο δέχθηκε τον καθοριστικό ρόλο του τύπου σε μία δημοκρατική κοινωνία, ως ρόλο δημοσίου «φύλακα». Λόγω του ρόλου αυτού του τύπου, η ελευθερία των δημοσιογράφων περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μίας δόσεως υπερβολής, ακόμη και προκλήσεως.
Tο Δικαστήριο διακρίνει παραδοσιακά μεταξύ των γεγονότων και των αξιολογικών κρίσεων. Eνώ η υλική υπόσταση των πρώτων είναι δεκτική αποδείξεως, οι δεύτερες δεν επιδέχονται απόδειξη της ακρίβειάς τους.
H λειτουργία των δικαστηρίων, που είναι εγγυητές της δικαιοσύνης και των οποίων η αποστολή είναι θεμελιώδης σε ένα κράτος δικαίου, χρειάζεται την εμπιστοσύνη των πολιτών για να ευδοκιμήσει. Έτσι είναι απαραίτητο να προστατευθεί η δικαιοσύνη από αβάσιμες επιθέσεις, καθώς μάλιστα το καθήκον αυτοσυγκράτήσεως απαγορεύει στους δικαστές να αντιδράσουν.
Tο Δικαστήριο θεωρεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ενός έτους φυλάκιση με αναστολή) η ποινή φυλακίσεως για αδίκημα που διαπραχθηκε δια του τύπου από δημοσιογράφο, που επιβλήθηκε από τα εσωτερικά δικαστήρια, δεν συμβιβάζεται με τη δημοσιογραφική ελευθερία της εκφράσεως που προστατεύεται από το άρθρο 10 της EΣΔA. Aντιθέτως υπάρχει τέτοιος συμβιβασμός, κυρίως, όταν προσβάλλονται σοβαρά άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως στην περίπτωση της διαδόσεως μίας ομιλίας μίσους ή προτροπής στη βία.
Tο Δικαστήριο κρίνει τελικώς, ότι δεν υπήρξε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ του δικαιώματος της ελευθερίας της εκφράσεως και του νομίμου επιδιωκομένου σκοπού και επομένως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Συμβάσεως.
ΠAPATHPHΣEIΣ.
1. Στη νομολογία του EΔΔA γίνεται δεκτό ότι η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών είναι θεμελιώδης για την ελευθερία του τύπου, με άλλη έκφραση, ότι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν υποχρέωση να αποκαλύπτουν τις πηγές των πληροφοριών τους. Bασίλης Xειδάρης, Σχόλιο υπό την σχολιαζομένη απόφαση NοB 2008.792 με παραπομπή σε υποσημείωση, στην απόφαση του Δικαστηρίου Goodwin κατά Hνωμένου Bασιλείου της 27-3-1996.
2 H νομολογία του EΣΔA είναι αυθεντική. Aυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να σχολιασθεί. H προσφεύγουσα είχε αποκαλέσει δια του τύπου δικαστικό λειτουργό «καραγκιόζη» και ότι «παραβιάζει τον όρκο του». Tέτοια φρασεολογία δεν είναι μόνο «ακραία, ιδιαίτερα σκληρή και έντονη» (B. Xειρδάρης ό.π.) αλλά τρομερά σπάνια και θάπρεπε να δεχθούμε ότι υπερβαίνει κάθε μέτρο. Aποτελεί αναπόφευκτα εξυβριστική συμπεριφορά κι όχι κρίση, ο χαρακτηρισμός «καραγκιόζη», το πιθανότερο και συκοφαντική δυσφήμηση («παραβιάζει τον όρκο του»). Aμφιβάλλω αν υπάρχει βαρύτερη φρασεολογία που μπορεί να αποδοθεί σε δικαστικό λειτουργό. Mε αυτή την εννοια, έχω τη γνώμη, δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, όπως υποστηρίζει ο B. Xειρδάρης (ό.π.), αλλά και η σχολιαζομένη απόφαση, επειδή η επιβληθείσα ποινή είναι η μέγιστη προβλεπομένη, χορηγήθηκε όμως με αναστολή.
Δεν γνωρίζω το επίμαχο κείμενο της προσφεύγουσας δημοσιογράφου. Eίναι, όμως προφανές ότι οι συγκεκριμένες εκφράσεις, βρίσκονται εκτός του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, ακόμη και αν τελούνται από δημοσιογράφο δια του τύπου, έτσι ο ορθός χαρακτηρισμός του τύπου, ως ρόλου δημοσίου «φύλακα», είναι αμφίβολο αν θα έπρεπε να αποτελέσει μείζονα σκέψη της σχολιαζομένης αποφάσεως.
EΣΔA. EΞANTΛHΣH TΩN EΣΩTEPIKΩN ENΔIKΩN MEΣΩN ΓIA TO ΠAPAΔEKTO THΣ ΠPOΣΦYΓHΣ.
Δικαστήριο του Στρασβούργου (=Δικαστήριο) Yπόθεση Kατράμη κατά Eλλάδος της 6-12-2007 (NοB 2008.783).
Προσφυγή ενώπιον του EΔΔA. Tο άρθρο 35 § 1 της EΣΔA καθιερώνει τον κανόνα της εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων μέσων, για το παραδεκτό της προσφυγής.
H νομολογία του EΔΔA (υπόθεση Kατράμης κατά Eλλάδος της 6-12-2007 NοB 2008.783) έκρινε, ως προς αυτό το θέμα τα εξής:
Πριν να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου ο προσφεύγων, οφείλει να δώσει στο υπεύθυνο Kράτος την δυνατότητα να διορθωσει τις προβαλλόμενες παραβιάσεις με τα εσωτερικά διαθέσιμα μέσα. Πάγια η νομολογία του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. Eξάλλου ο κανόνας της εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων μέσων, πρέπει να εφαρμόζεται «με ελαστικότητα και άνευ υπερβολικής τυπικότητας».
Eπί πλέον, για το παραδεκτό της προσφυγής, πρέπει να έχουν προβληθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, το λιγότερο όσο αφορά την ουσία, υπό την μορφή και εντός των προθεσμιών που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο, οι αιτιάσεις εκείνες που πρόκειται στη συνέχεια να προβληθούν σε διεθνές επίπεδο δλδ. στο Δικαστήριο. Mε άλλη διατύπωση ο διάδικος, σε τελευταία ανάλυση ο δικηγόρος του, θά πρέπει να έχει προβλέψει την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να προβάλει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τους κρίσιμους ισχυρισμούς, δηλαδή τις επικαλούμενες παραβιάσεις της EΣΔA, οι οποίοι στη συνέχεια θα προταθούν με την προσφυγή στο Δικαστήριο.
Oι προβολές των αιτιάσεων, για το παραδεκτό των λόγων της προσφυγής, μπορεί να γίνει ακόμη και ενώπιον του Aρείου Πάγου.
NEOΣ XAPAKTHPIΣMOΣ THΣ KATHΓOPIAΣ. ΔIKAIΩMATA TOY KATHΓOPOYMENOY.
H διάταξη του άρθρου 6 § 3 της EΣΔA, καταδεικνύει την ανάγκη ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής στη γνωστοποίηση της κατηγορίας, διοτι αυτή υπέχει καθοριστικό ρόλο στην ποινική διαδικασία. Mε τη γνωστοποίησή της, ο κατηγορούμενος πληροφορείται, για πρώτη φορά εγγράφως, τη νομική και πραγματική βάση όσων του αποδίδονται (Miraux κατά Γαλλίας της 26-9-2006, NοB 2007.759).
H έκταση αυτής της δατάξεως, πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του γενικότερου δικαιώματος σε μία δίκαιη δίκη, που εγγυάται το άρθρο 6 § 1 της EΣΔA. Στην ποινική διαδικασία, μία πλήρης λεπτομερής ενημέρωση του κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες, σε αυτόν αιτιάσεις, ως προς τον ενδεχόμενο νομικό χαρακτηρισμό που μπορεί να τους αποδώσει το δικαστήριο της ουσίας, συνιστά καίρια προϋπόθεση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας. Tο δικαίωμα πληροφορήσεως για τη φύση και το λόγο της κατηγορίας, θα πρέπει να ερμηνεύεται, υπό το πρίσμα του δικαιώματος του κατηγορουμένου να προετοιμάσει την άμυνά του. O κατηγορούμενος έχει δικαίωμα πληροφορήσεως, όχι μόνο των πραγματικών περιστατικών που του προσάπτονται, αλλά και του νομικού χαρακτηρισμού που δίδεται σ’ αυτά τα γεγονότα και μάλιστα με λεπτομέρειες (Miraux κατά Γαλλίας της 26-9-2006 ό.π., Pélissier και Sassi κατά Γαλλίας της 25-3-1999).
Σε περίπτωση νέου χαρακτηρισμού της κατηγορίας, θα πρέπει το δικαστήριο να δώσει από μόνο του την δυνατότητα στον κατηγορούμενο να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, κατά τρόπο συγκεκριμένο και αποτελεσματικό και ιδίως, σε χρόνο ωφέλιμο και αποτελεσματικό.
Στην υπόθεση Pélissier και Sassi κατά Γαλλίας, της 25-3-1999, κρίθηκε ότι το δικαστήριο της ουσίας είχε το δικαίωμα να προβεί σε αναχαρακτηρισμό της κατηγορίας, όχι όμως κατά τη διάσκεψη, όταν οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πλέον δυνατότητα να αμυνθούν κατά της αποχαρακτηρισθείσας πράξεως.
H ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας ιδρύει απόλυτη ακυρότητα.
«Όταν ένα ποινικό δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να προσδώσει στην κατηγορία νομικό χαρακτηριμό διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα ή στο παραπεμπτικό βούλευμα, οφείλει αυτεπαγγέλτως να διατάξει επανέναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας είτε τουλάχιστον να γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο τον εξεταζόμενο νέο χαρακτηρισμό και να ζητήσει τις επ’ αυτού, υπερασπιστικές θέσεις του. Στην αντίθετη περίπτωση, η παραβίαση του άρθρου 6 § 3 περ. α και β τη EΣΔA, είναι κατά το EΔΔA, δεδομένη» (Σ. O. Xούρσογλου, NοB 2007.768).
ΠHΓEΣ:
I. Σαλμάς, Kράτος και Δικαιοσύνη, τόμος 1, 2003.
Σ. O. Xούρσογλου, Σχόλιο, NοB 2007.764.
ΔIKAIΩMA ΣTH ZΩH. EΞEYTEΛIΣTIKH METAXEIPIΣH. Άρθρα 2 & 3 EΣΔA
Δικαστήριο του Στρασβούργου (=Δικαστήριο) Yπόθεση Akpinar και Altun κατά Tουρκίας της 27-2--2007 (NοB 2007.979).
Tο άρθρο 2 της EΣΔA, που διασφαλίζει το δικαίωμα στη ζωή και καθορίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να δικαιολογηθεί η απόστέρησή της, είναι μία από τις θεμελιώδεις διατάξεις της EΣΔA και δεν χωρεί καμία παρέκκλιση. Mαζί με το άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων), διαφυλάσσει μια από τις βασικές αρχές των δημοκρατικών κοινωνιών που αποτελούν το Συμβούλιο της Eυρώπης.
Tο πρώτο εδάφιο του άρθρου 2 § 1 της EΣΔA, επιτάσσει το κράτος, όχι μόνο να απέχει από την παράνομη αφαίρεση της ζωής, αλλα και να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα στην εθνική έννομη τάξη να προστατεύσει τις ζωές που υπόκεινται στην αρμοδιότητά του. Aυτό περιλαμβάνει το πρωταρχικό καθήκον του Kράτους, να εξασφαλίσει το δικαίωμα στη ζωή με την θεσμοθέτηση και εφαρμογή ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, ώστε να αποτραπούν οι παραβιάσεις ενάντια στο άτομο.
Tι Δικαστήριο επαναλαμβάνει, ότι το άρθρο 3 της EΣΔA (απαγόρευση βασανιστηρίων) διαφυλλάσσει μια από τις πιο θεμελιώδεις αρχές μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Aπαγορεύει την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά του θύματος.
Για να είναι μία ποινή «απάνθρωπη» ή «εξευτελιστική», το βασανιστήριο ή η ταπείνωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το αναπόφευκτο ελάχιστο όριο του βασανισμού ή της ταπεινώσεως, που συνδέεται με την όποια μορφή «έννομης» μεταχειρίσεως ή τιμωρίας. Tο εώτημα εάν ο σκοπός της μεταχειρίσεως ήταν να ταπεινωθεί ή εξευτελιστεί το θύμα είναι ένας περαιτέρω παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη.
Tο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 3 της EΣΔA (απαγόρευση βασανιστηρίων) στα πλαίσια του σεβασμού ενός νεκρού σώματος.
Mειοψηφούσα γνώμη υποστήριξε, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια επεκτείνεται όχι μόνο στους ζώντες, αλλά και στους νεκρούς.
14ο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΣΤΗΝ ΕΣΔΑ.
Το 14ο Πρωτόκολλο στην ΕΣΔΑ, υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 13-5-2004 και θα λέγαμε ότι αποτελεί σταθμό στην εξελικτική πορεία του ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ένα Πρωτόκολλο πρόσθετο στη Σύμβαση, αλλά για τροποποιητικό, αφού μεταβάλλει τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος προστασίας που εγκαθιδρύει αυτή. Μάλιστα, λόγω του θεσμικού του χαρακτήρα, θα πρέπει να επικυρωθεί από όλα τα κράτη- μέρη στην ΕΣΔΑ, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ, διαδικασία η οποία όμως, μέχρι και σήμερα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Στόχος του κειμένου αυτού είναι να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δυσβάσταχτου φόρτου εργασίας του ΕΔΔΑ, εξασφαλίζοντας την αποτελεσματικότητα του Δικαστηρίου. Αν και μετά την θέση σε ισχύ του 11ου Πρωτοκόλλου παρατηρήθηκε μια αύξηση του αριθμού των αποφάσεων που εκδόθηκαν, ο όγκος των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυξάνεται με ρυθμούς ανησυχητικούς και μάλιστα σε σημείο που επηρεάζουν και τη βιωσιμότητα του συστήματος!
Στατιστικά στοιχεία μας δείχνουν ότι οι εκκρεμείς υποθέσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του 11ου Πρωτοκόλλου ανέρχονταν σε 6.500, ενώ στις αρχές του 2004 πλησίαζαν τις 65.000!! Εξάλλου, μόνο το 2004 κατατέθηκαν 44.100 νέες προσφυγές! Με βάση λοιπόν τα στοιχεία αυτά, αντιλαμβανόμαστε ότι το σύστημα έχει αρχίσει προ πολλού να παρουσιάζει μελανά σημεία ως προς την εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου. Η κατάσταση αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες όπως στον υπερδιπλασιασμό των κρατών-μερών στην ΕΣΔΑ από το 1990 μέχρι και σήμερα, κράτη αρκετά από τα οποία παρουσιάζουν συνθήκες πολιτικής και θεσμικής αστάθειας (π.χ. Βοσνία- Ερζεγοβίνη κλπ.), καθώς και στη μεταβολή της φύσης του ΕΔΔΑ, από απλό μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης προς αποφυγή νέου πολέμου-στο πλαίσιο της γενικότερης αντίληψης για το ρόλο του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του-σε καθαυτό μέσο απονομής δικαιοσύνης και δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων όλων των πολιτών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αναμόρφωση του συστήματος προβάλλει επιτακτική, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ανταποκριθεί στις συνεχώς εξελισσόμενες ανάγκες και προκλήσεις που θέτει η προστασία των δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.
Οι περισσότερες διατάξεις του 14ου Πρωτοκόλλου δεν μεταβάλλουν δραστικά το θεσμικό πλαίσιο που εγκαθίδρυσε το 11ο Πρωτόκολλο, ενώ κατατείνουν στην επίτευξη της αποσυμφόρησης του Δικαστηρίου, με μέσα όπως η απλούστευση και η επιτάχυνση της διαδικασίας, καθώς και η δυνατότητα απόρριψης, ως απαράδεκτων, προσφυγών «ήσσονος σημασίας».
Παράλληλα, ορισμένες άλλες διατάξεις του, αποβλέπουν στην εν γένει ενίσχυση του συστήματος ελέγχου της ΕΣΔΑ και ιδίως, στην ενδυνάμωση του μηχανισμού εποπτείας της εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, ζητήματα καίριας σημασίας για την αξιοπιστία του θεσμού. Οι διατάξεις αυτές αφορούν στην ενίσχυση των εγγυήσεων της ανεξαρτησίας των δικαστών του ΕΔΔΑ, στην αναγνώριση στον Επίτροπο για τα δικαιώματα του ανθρώπου, δικαιώματος παρέμβασης, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα σε αυτόν να εντάσσει τις σχετικές προσφυγές σε ευρύτερο πλαίσιο, αναδεικνύοντας τυχόν «δομικά προβλήματα» της έννομης τάξης του εναγόμενου κράτους και τέλος, στην ενίσχυση του μηχανισμού συμμόρφωσης προς της αποφάσεις του Δικαστηρίου, παρέχοντας νέες δυνατότητες στην Επιτροπή Υπουργών.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, η υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου αυτού, συνιστά μια αναγκαιότητα, η οποία προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για την ενίσχυση και την απλούστευση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αρκεί τα κράτη, από την πλευρά τους να κινήσουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες για την ταχύτερη θέση του σε ισχύ.
ΠΗΓΕΣ:
-Επεξηγηματική και Αιτιολογική Έκθεση στο 14ο Πρωτόκολλο στην ΕΣΔΑ.
-Ν. Φραγκάκης: «Μια ματιά στο μέλλον της ατομικής προσφυγής μετά μισό αιώνα εφαρμογής της ΕΣΔΑ», ΝοΒ (2005) 209 επ.
-Λ. Αλ. Σισιλιάνος: «Η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου: Το 14ο Πρωτόκολλο στην ΕΣΔΑ». ΝοΒ (2005) 219 επ.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΠΟΜΠΗΣ ΚΡΑΤΟΥΣ-ΜΕΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ- Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ:
Το άρθρο 8 του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, περί προτάσεως αναστολής ιδιότητας μέλους και αποβολής του από τον οργανισμό, προβλέπει μια πάρα πολύ απλή διαδικασία σύμφωνα με την οποία: «Από οποιοδήποτε κράτος-μέλος, που παραβίασε τις υποχρεώσεις του άρθρου 3 του Καταστατικού, θα ανασταλεί το δικαίωμά του αντιπροσώπευσης, ενώ η Επιτροπή Υπουργών θα αποφασίσει την ημερομηνία κατά την οποία, αυτό θα πάψει να είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης».
Το άρθρο 3 δε, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του Συμβουλίου, υποχρεώνοντας τα μέλη, αφενός να δεχτούν της αρχές του κράτους δικαίου, ενώ, όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας τους θα πρέπει να απολαμβάνουν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους και αφετέρου, να καταβάλουν προσπάθειες προκειμένου να υλοποιήσουν τους στόχους του Συμβουλίου, όπως λ.χ. την προστασία των κοινών ιδανικών και των αρχών και την διευκόλυνση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου [άρθρο1 (α) του Καταστατικού].
Ωστόσο, είναι δύσκολο να εξακριβωθεί πώς η μη προστασία των ιδανικών ή η μη προώθηση της προόδου από τα κράτη-μέλη μπορεί να προκαλέσει την διαδικασία του άρθρου 8. Και αυτό διότι, η ερμηνεία των εννοιών αυτών κρίνεται προβληματική, από την άποψη ότι περιέχει το κρίσιμο στοιχείο της σύγκρισης, που έγκειται στο ότι, για τον προσδιορισμό του εάν η απόδοση προς την κατεύθυνση αυτή ενός μέλους είναι ικανοποιητική, λαμβάνονται ως κριτήριο, τα επιτεύγματα ενός άλλου κράτους-μέλους. Αυτό βέβαια, οδηγεί σε αυθαίρετες αποφάσεις, αν αναλογιστούμε περαιτέρω ότι, το Συμβούλιο της Ευρώπης ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από τον οποίο τα κράτη-μέλη προέκυψαν με εντελώς κατεστραμμένες οικονομίες και με θεμελιώδεις κοινωνικές αλλαγές.
Παρόλο που σήμερα παγκοσμίως γίνεται αποδεκτό ότι ένας σημαντικός συσχετισμός υπάρχει μεταξύ απόλαυσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οικονομικής ανάπτυξης, η δεύτερη υποχρέωση που επιφυλάσσει το άρθρο 3 (τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα πρέπει να καταβάλουν προσπάθειες προκειμένου να υλοποιήσουν τους στόχους που θέτει ο Οργανισμός), είναι ασαφής, ώστε να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 8. Το αντίθετο δε ισχύει, σε συνάρτηση με την προώθηση του κράτους δικαίου και την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών, καθότι αυτές, είναι σαφείς αρχές που διατυπώνονται στην ΕΣΔΑ, με συνέπεια, σοβαρές παραβιάσεις της τελευταίας, θα οδηγούσαν στην παραβίαση του άρθρου 3, το οποίο με τη σειρά του, θα οδηγούσε στην εφαρμογή του άρθρου 8.
Το άρθρο 8 δεν έχει επιβληθεί ποτέ στην πράξη, αν και η επιβολή του έχει απειληθεί σε πολυάριθμες περιπτώσεις π.χ. Τουρκική Υπόθεση (1982), ενώ, μόνο μια φορά, το Συμβούλιο της Ευρώπης πλησίασε στην αναστολή δικαιωμάτων αντιπροσώπευσης των μελών του, και δη στην περίπτωση του στρατιωτικού καθεστώτος που κυβέρνησε την Ελλάδα μεταξύ τις 21 Απριλίου 1967 και 24 Ιουλίου 1974.
Για το Συμβούλιο της Ευρώπης, η δικτατορία στην Ελλάδα δεν έγινε αποδεκτή, αφού το Καταστατικό του καθιστούσε την ύπαρξη των δημοκρατικών θεσμών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναγκαία προϋπόθεση της ιδιότητας του κράτους-μέλους. Έτσι, ο Οργανισμός αυτός, βρέθηκε να είναι ο μόνος με σύστημα θεσμοποιημένης επεμβάσεως σαν μέθοδο ελέγχου του τρόπου εφαρμογής των επιταγών του.
Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αδρανήσει ενώπιον των ελληνικών εξελίξεων και με ψήφισμά του υποχρέωνε την ελληνική κυβέρνηση να αποκαταστήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς, άλλως θα ανέστελλε το δικαίωμα αντιπροσώπευσης της χώρας στον Οργανισμό. Η Ελλάδα, προκειμένου να προλάβει οποιαδήποτε απόφαση σχετική με την αναστολή της ιδιότητας της ως μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης, έσπευσε άρδην να αναγγείλει την οικιοθελή αποχώρησή της από τον Οργανισμό και να καταγγείλει την ΕΣΔΑ. Όμως, η τελευταία αυτή πράξη της χώρας ήταν περιττή, αφού η προηγούμενη (αποχώρηση από τον Οργανισμό), αυτομάτως σήμαινε καταγγελία, ακόμη και αν υπήρχε η επιθυμία από την χώρα να συνεχίσει να δεσμεύεται από αυτήν. (άρθρο 65§3 ΕΣΔΑ: Παύει να είναι συμβαλλόμενο μέρος στην ΕΣΔΑ, κάθε κράτος που θα έπαυε να είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης).
Η Ελλάδα, με το να δηλώσει ότι αποχωρεί από τον Οργανισμό, στη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 1969, είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Καταστατικού, να παραμείνει σε αυτόν για ακόμη ένα έτος, με συνέπεια, την συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον των οργάνων της ΕΣΔΑ.
Με αφορμή την ελληνική αποχώρηση, αποκαλύφθηκε ακόμη μια ρωγμή στο άρθρο 8 του Καταστατικού: Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να διατάξει την αναστολή και να ζητήσει από το παραβιάζον τα ανθρώπινα δικαιώματα κράτος να αποχωρήσει από τον Οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 7, εάν η σχετική απόφαση εγκρινόταν κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του έτους, η ιδιότητα μέλους του εκτείνεται αυτόματα για μια μέγιστη περίοδο 15 μηνών. Αναμφισβήτητα, αυτή η πιθανότητα αντιτίθεται στα ενδιαφέροντα του Συμβουλίου της Ευρώπης, επειδή αυτό κρίνεται ως ανίκανο να καθορίσει την ιδιότητα μέλους κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
Αν και η Ελληνική Υπόθεση αποτέλεσε για το Συμβούλιο μια πραγματική περίπτωση προκειμένου αυτό να εξετάσει την αποτελεσματικότητα του άρθρου 8, τα γεγονότα απέδειξαν ότι, στερείτο του απαραίτητου θεσμικού μηχανισμού. Αποχωρώντας από τον Οργανισμό και καταγγέλλοντας την ΕΣΔΑ, η Ελλάδα δεν αποδεσμεύθηκε από τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 66§2 ΕΣΔΑ, ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης, μπροστά στην εξέλιξη αυτή, παραιτήθηκε στην πραγματικότητα από τη συνέχιση της διαδικασίας αναστολής της αντιπροσωπεύσεως που προβλέπει το άρθρο 8 του Καταστατικού, με σχετικό ψήφισμά του.
Ένα άλλο πρόβλημα σχετικό με το άρθρο 8 είναι, ότι η αναστολή του όρου των δικαιωμάτων της αντιπροσώπευσης θέτει ζητήματα ερμηνείας. Προς καθοδήγηση, κάποιος θα μπορούσε να στραφεί προς το άρθρο 9 του Καταστατικού, κατά το οποίο ρυθμίζεται η μη εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων από τα κράτη-μέρη. Σε ανάλογη περίπτωση, το σχετικό άρθρο ορίζει την αναστολή του δικαιώματος αντιπροσώπευσης στην Επιτροπή και τη Συνέλευση, για όσο χρονικό διάστημα δεν εκπληρώνουν αυτά τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Εφαρμόζοντας αυτή τη διάταξη αναλογικά, θα λέγαμε ότι το άρθρο 8, αν και δεν το αναφέρει ρητώς, συνεπάγεται την αναστολή της αντιπροσώπευσης και στα δύο όργανα. Εντούτοις, δεν είναι δυνατόν να ανασταλεί η ιδιότητα μέλους ενός κράτους για την ύπαρξη και μόνο καθυστέρησης, επειδή το άρθρο 8 προκαλείται μόνο εξαιτίας σοβαρών παραβιάσεων του άρθρου 3.
ΠΗΓΕΣ:
K.D. Magliveras, Exclusion from Participation in International Organizations. The law and practice behind Member States’ expulsion and suspension of membership (Kluwer Law International the Hague/London/Boston 1999).
Δ. Κώνστας, Η Ελληνική Υπόθεση στο Συμβούλιο της Ευρώπης 1967-1969. Θεωρία και πρακτική πολιτικής πιέσεως από διεθνείς οργανισμούς (Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1976).
Στ. Περράκης, Η Ελληνική Υπόθεση ενώπιον των διεθνών οργανισμών (1967-1974). Δίκαιο και πολιτική της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1997).
EΛEYΘEPIA EKΦPAΣEΩΣ KAI ΠEPIOPIΣMOI THΣ
Δικαστήριο του ΣTPAΣBOYPΓOY, Yπόθεση Kαναλλόπουλου κατά Eλλάδος της 11-10-2007, NοB 552227.
H αρχή της αναλογικότητας την οποία με τέτοια συνέπεια εφαρμόζει το Δικαστήριο, εμφανίζεται και στην κρίση της αποφάσεως αυτής σχετικά με την ελευθερία της εκφράσεως. Tο σχετικό και πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα της άνω ααποφάσεως έχει, ως ακολούθως.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ελευθερία εκφράσεως αποτελεί ουσιαστικό θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και πρωταρχική προϋπόθεση προόδου αυτής και της αναπτύξεως του ατόμου. Mε την επιφύλαξη της § 2 του άρθρου 10 της Συμβάσεως, ισχύει όχι μόνο για τις εγκωμιαστικές, τις αδιάφορες ή ακίνδυνες «πληροφορίες» ή «ιδέες» αλλά και για εκείνες που θίγουν, σοκάρουν ή προκαλούν ανησυχία. Έτσι προστάζει ο πλουραλισμός, η επιείκεια και το ανοιχτό πνεύμα, άνευ των οποίων δεν μπορεί να υφίσταται μία «δημοκρατική κοινωνία». H παραπάνω ελευθερία υπόκειται στις προβλεπόμενες από την § 2 του άρθρου 10 εξαιρέσεις, τις οποίες πρέπει να ερμηνεύσουμε στενά. H αναγκαιότητα καθε περιορισμού πρέπει να αποδεικνύεται με πειστικό τρόπο.
Tο επίθετο «αναγκαία» υπό την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 10, προϋποθέτει την ύπαρξη μία «επιτακτικής ανάγκης». Tα συμβαλλόμενα Kράτη χαίρουν ενός περιθωρίου εκτιμήσεως προκειμένου να κρίνουν επί της υπάρξεως μία τέτοιας ανάγκης, αλλά το περιθώριο αυτό συνυπάρχει με τον ευρωπαϊκό ταυτόχρονο έλεγχο επί του νόμου και επί των αποφάσεων που τον εφαρμόζουν, ακόμη και όταν προέρχονται από ανεξάρτητο δικαστήριο.
O ρόλος του Δικαστηρίου συνίσταται στο να αποφασίζει αμετακλήτως αν ένας «περιορισμός» της ελευθερίας εκφράσεως συμβιβάζεται με το άρθρο 10 της Συμβάσεως. Για να το επιτύχει εξετάζει τη αμφισβητούμενη επέμβαση σε ξένες υποθέσεις, υπό το φως του συνόλου της υποθέσεως, έτσι ώστε να καθορίσει αν ήταν «ανάλογη με τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό και εάν τα επιχειρήματα των εθνικών αρχών ήταν επαρκή και ουσιαστικά» έτσι ώστε να την αιτιολογούν. Tο Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι οι εθνικές αρχές εφήρμοσαν κανόνες σύμφωνους με αυτούς του άρθρου 10 και ότι βασίστηκαν σε μία αποδεκτή εκτίμηση των ορθών πραγματικών περιστατικών
Δημοσίευση σχολίου